Καβοντόρος: Ταξίδι Ζωής 2…

wpid-wp-1440518169150.jpeg

Μη γκρινιάζεις. Ακόμα κι αν δε σου περισσεύουν, ντομάτα (απ΄το Δίστο), τυρί, ψωμί, 1 σλίπιν μπαγκ ή σκηνή και δες τι παίζει μόλις 1 ώρα μακριά σου

Ενα ακρωτήρι θρυλικό, στοιχειωμένο θαρρείς από την αρχαιότητα. Γλυκά νερά που αναζητούν την αλμύρα, φαράγγια επιβλητικά. Πέτρα και βλάστηση σε ίσες δόσεις. Παραλίες μοναχικές κι ένας καρόδρομος που ενώνει συστάδες σπιτιών. Και μια χούφτα Αρβανίτες, οι Καβοντορίτες. Ξεχασμένοι στον άνεμο.

image

Πρώτος, μυθικός, ναυαγός του Καφηρέα ήταν ο Αίας ο Λοκρός. Επειτα, εδώ τσακίστηκαν τα πλοία των Ελλήνων στην επιστροφή από την Τροία τα οποία παραπλάνησε ο Ναυπλίος ο πυρκαεύς για να εκδικηθεί για τον χαμό του γιου του. Εδώ έγινε και η ναυμαχία του Λάμπρου Κατσώνη με τον τουρκικό στόλο, το 1790

«Εκεί, στην άκρη άκρη του Κάβου, άμα δεν καταφέρεις να ξεστρατίσεις λίγο, με τη θεμελιώδη δύναμη της ψυχής να ορμάει σαν κύμα, γύρνα γρήγορα πίσω, χάνεις τον καιρό σου, δεν είναι ο τόπος αυτός για σένα»: σημειώσεις ενός παλιού φίλου για τον Καφηρέα. Καλά τα ‘λεγε.

Ο Καβοντόρος δεν είναι «εύκολος» τόπος. Ούτε και για πολλούς. Δεν έχει μαγικές παραλίες και άλλα «ειδυλλιακά». Οι σταθερές υποχωρούν κι ό,τι κουβαλάς μέσα σου στροβιλίζεται μαζί με τα μποφόρ. Ετσι όπως συμβαίνει πάντα στα οριακά σημεία. Και στα θρυλικά ακρωτήρια.

Τι κι αν βλέπεις την Ανδρο στα 7 μίλια; Η ιδέα υπερνικά τα πάντα. Κι ο άνεμος. Κι αυτός ο Αράπης, ο βράχος με το φανάρι, που πιο πολύ τρομάζει με τη φήμη και το όνομά του, παρά με την όψη του. Πέτρα παντού. Θαλασσοφαγωμένα βράχια. Απόλυτη σιγή. Μόνο ο αέρας ακούγεται, σαν βουρλισμένος δαίμονας. Μόνιμος κάτοικος του κάβου. Και τα αγριοκάτσικα μαζί του, ποτισμένα απ’ τη θάλασσα και τα βοτάνια της Οχης. Και καμιά κατοσταριά άνθρωποι το πολύ. Με πρόσωπα σκαμμένα απ’ την αλμύρα και χέρια απ’ τη ζωή στα βουνά.

Δεν φτάνουν όλοι έως εδώ. Γιατί άλλωστε; Για να τους πάρει και να τους σηκώσει ο άνεμος; Να δουν μια χούφτα πέτρινα σπίτια που μόνο στις συνειδήσεις στοιχειοθετούν πια χωριά; Να φάνε το χώμα της ζωής τους από τον αιώνιο χωματόδρομο που ελίσσεται κάτω από την Οχη, στις νοτιοανατολικές εσχατιές της Εύβοιας;

Εξήντα χιλιόμετρα δρόμος από την Κάρυστο. Ανάμεσα σε ανεμογεννήτριες, σπηλιές και κρυμμένα μεταλλεία,αόρατες αρχαίες θέσεις, αγριοθύμαρα και ρίγανη που δεν έχει άνθρωπο να την μαζέψει. Απότομοι γκρεμοί σκεπασμένοι με πικροδάφνες και σπάρτα και κάθε τρεις και λίγο πράσινα σιρίτια, βαθιές χαρακιές φορτωμένες πλατάνια, ιτάμους, σφενδάμια και γλυκά νερά που αναζητούν την θάλασσα. Και αλλού δέντρα μοναχικά, να κάνουν τεμενάδες στην πέτρα, σαν πυξίδες μες στις ερημιές.

αναζητούν την θάλασσα. Και αλλού δέντρα μοναχικά, να κάνουν τεμενάδες στην πέτρα, σαν πυξίδες μες στις ερημιές.

image

Το φαράγγι του Δημοσάρη είναι ίσως το ωραιότερο της Εύβοιας και ένα από τα ομορφότερα της Ελλάδας. Οι μικροί καταρράκτες είναι μισή ώρα πριν από το χωριό Λενοσαίοι, άρα μπορείτε να τους προσεγγίσετε από το χωριό, αν δεν επιχειρήσετε την κατάβαση 10χλμ.
*αρκετοί ταξιδιώτες το θεωρούν εφάμιλλο της Σαμαριάς

Καφηρέας. Κάβο Ντόρο, χρυσό ακρωτήρι δηλαδή. Για τα φλουριά απ’ τα ναυάγια στους βυθούς του ή για τα μεταλλεία που βρήκαν οι Φοίνικες χρυσοθήρες θαλασσοπόροι. ‘Η για τον ντόρο, τη φασαρία του… Ξυλοφάγος· για τα σκαριά που ναυάγησαν στα νερά του από την αρχαιότητα. 300
μέτρα βάθος. Υποθαλάσσιοι γκρεμοί. Ρεύματα. Δίνες. Οι ναυτικοί δεν τον φοβούνται πια, μονάχα οι ταξιδιώτες που παραπλέουν το Στενό. Ενα ξωκλήσι να καθαγιάζει το πέρασμα, του Αϊ-Γρηγόρη. Ο Αϊ-Νικόλας θα εκτίθετο εδώ πέρα. Ενα μήνυμα αγάπης στο εικονοστάσι. Κι όλα γύρω σου, και μέσα σου, να ανεμίζουν. Ηρθες τελικά; Καλά να πάθεις.

Είναι κανείς εδώ;
Το σύνορο του «πολιτισμού» με τις ερημιές του κάβου είναι ο Πλατανιστός. Μετά αρχίζει το χώμα κι η μοναξιά. Το σύνορο των Ευβοιωτών με τους Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν εδώ τους βυζαντινούς χρόνους είναι το Κόμητο. Δικά τους τα έθιμα κι οι χοροί και όλα. Βαρύ το τσίπουρο από μούρο που σε τρατάρουν, βαριά η αρβανίτικη διάλεκτος και τα οκτασύλλαβα, έντονος κι ο σκοπός τους ο Καλλιανιώτικος ή Καβοντορίτικος, στιβαρός όταν χορεύεται από άντρες, όπως κάθε τι εδώ γύρω. Σιωπηλά τα νεκροταφεία με τους ελάχιστους σωζόμενους περίτεχνους τάφους, σαν σπίτια. Σιωπηλά και τα χωριά. Αντιάς, Ευαγγελισμός, Καψούρι, Δρυμονάρι, Θύμι, Ζαχαριά, Αμυγδαλιά, Βρέστηδες, καλαμάκι..

image

Σπάνια συνάντηση στο χωριό Θύμι
«Είναι κανείς εδώ;» φωνάζεις και ξαναφωνάζεις. Ούτε θηλυκιά γάτα δεν περνά. 500 άτομα στις απογραφές μέχρι το ’90. Σήμερα ούτε κι οι ίδιοι ξέρουν αν μένει άλλος δίπλα τους. «Κάνα δυο», «δυο τρεις», λένε και μετρούν αβέβαια. Το ένα χέρι τους φτάνει. Οχι και στην Αμυγδαλιά, το μεγαλύτερο χωριό, με τις παραλίες του Αϊ-Γιάννη. 20 άνθρωποι εκεί. Και νέοι. Κτηνοτρόφοι και ψαράδες.

Πώς να ‘ναι να βόσκεις τα ζώα σου στην Οχη; Πώς να ψαρεύεις σ’ έναν κάβο με τέτοια φήμη; Ξορκίζεται ποτέ ο φόβος ή οι Καβοντορίτες έχουν ασυλία; «Εμάς μας αρέσει εδώ. Κι ας είναι δύσκολοι οι χειμώνες», λέει η Σοφία που ανοίγει το καφενείο χειμώνα–καλοκαίρι, μαζεύονται οι ξωμάχοι κι ενώνουν έννοιες και προσμονές. «Κι από καιρό; Μονάχα ο Χιώτης μας πιάνει», λένε και μάλλον αυτός ο Χιώτης άλλη δουλειά δεν κάνει…

Η παραλία του Καλλιανού στην έξοδο του Δημοσάρη

Το καλοκαίρι είναι αλλιώς. Ο Καφηρέας φλερτάρει πότε πότεμε την μπουνάτσα, μα δεν είναι να τους ‘χεις εμπιστοσύνη. Ερχονται παιδιά κι εγγόνια και φίλοι. Οχι παντού. Στο Καψούρι ψυχή δεν πατά πια. Ετσι λέει η κυρία Σεβαστή τουλάχιστον. Ψαγμένοι περιπατητές έρχονται. Για το επιβλητικό φαράγγι της Αρχάμπολης και την ωραία παραλία.

Στο Αντιά αντίθετα βρίσκεις κόσμο. Είναι και πιο κοντά, βλέπεις. Ανοίγει και το καφενείο και πάνε τα σφυρίγματα σύννεφο. Φημισμένη… γλώσσα επικοινωνίας οι «σφυριές». 2.000 χρόνων. Μοναδική στην Ελλάδα. Το τι λένε ο θεός κι η ψυχή τους. Κάθε σφύριγμα και συλλαβή που αντιλαλεί στα βουνά του Καφηρέα. Χάνεται κι αυτό… «Οι νέοι δεν εξασκούνται κι οι γέροι πόσο να σφυρίξουν; Θέλει και δόντια το σφύριγμα, μην ξεχνάς…

image

Ο κ. Γιάννης Θωμάς και η γυναίκα του, στο χωριό του Αγ. Δημητρίου. Παλιός βιολάτορας, αλλά και λυράρης στα 90 του

Μ’ αυτά και με εκείνα καβατζάρεις τον κάβο, βγαίνεις στο μάτι του βοριά. Σχίζαλη, Σώτειρα, Αγαθό. Μια διαδρομή 20 χλμ. στο φρύδι του γκρεμού, ως τον Καλλιανό. Νερά κρύσταλλο. Μια παραλία που σε «χαϊδεύει». Εδώ ξερνάει νερά και περιπατητές το φαράγγι του Δημοσάρη που ξεκινά από το Πετροκάναλο της Οχης. 4-5 ώρες από τη ζωή σου πλάι σε μύλους και καταρράκτες, στο παλιό καλντερίμι, τη Σκάλα Λενοσαίων που ένωνε Καβοντόρο με Κάρυστο. Δίπλα και το φαράγγι του Αγ. Δημητρίου, 2,5 ώρες ετούτο. Κι η παραλία.

Ερχεσαι κι απ’ την άσφαλτο από Μαρμάρι μα από τον Κάβο ή το μονοπάτι μαθαίνεις να ζυγίζεις αλλιώς τον τόπο και τις ανάγκες σου. Πώς εκτιμάς ξάφνου την ταπεινή συκιά που σου δίνει τον ίσκιο της… Το ντόπιο τυρί και τις κονσέρβες από το παντοπωλείο του Θωμά στο χωριό… Τι αξία παίρνει το κοκκινιστό του Στέφωση και δυο χούφτες σύκα που σου προσφέρει μια κυρά… Πώς σε γαληνεύει το βιολί του κυρ Γιάννη κι ο ύπνος στη σκηνή… Πώς οι παγωμένες μπύρες στην καντίνα, κάτω από τα πλατάνια, μοιάζουν πιο παγωμένες από ποτέ; Και καλά το τσίπουρο αλλά ως κι αυτές να ‘χουν άλλη γεύση;

Κείμενο: Ολγα Χαραμή
Φωτογραφίες: Ηρακλής Μήλας
thetravelbook.gr

https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2015/08/24/

https://bluebig.wordpress.com/2015/08/25/