Με τις σκιές που ζουν πίσω απ ‘τις κουρτίνες δεν παίζεις.

wpid-wp-1470070587001.jpeg

Xτες βράδι δεν ονειρεύτηκα ότι κάποιος με αγαπάει, αυτά τα ψυχολογικά που βασανίζουν τους ευαίσθητους βάρδους του πλανήτη είναι από καιρό λυμένα και επιπλέον εδώ και καιρό έχει κηρυχθεί στάση ονείρων. Ούτε κακό ούτε καλό το λες, άλλωστε το τελευταίο όνειρο που θυμάμαι ήταν πολύ άνυδρο για να με συγκινήσει. Μπορεί να φταίει κι εκείνος ο ανεμιστήρας στο ταβάνι που κάνει νυχτερινές βάρδιες αδιάκοπα, αποθαρρύνοντας ο, τι πάει να προσγειωθεί στο κεφάλι μου με στόχο να τρυπώσει βαθιά μέσα και μαζί με τα ξερά την πληρώνουν και τα χλωρά.

Χτες βράδι, λοιπόν, αντί για όνειρο εμφανίστηκε μια σκιά στον τοίχο, ανάμεσα στη ντουλάπα και στην μπαλκονόπορτα, να μου γνέφει να πάω προς το μέρος της . Στην αρχή μου ‘κανε νόημα «έλα» με το ένα χέρι, μετά και με τα δυο. Καμιά ανατομική λεπτομέρεια πάνω της δεν πρόδιδε φύλο (δεν θυμάμαι καν να διάβασα κάπου αν οι σκιές έχουν φύλο , όπως τα αφεντικά τους), ούτε μια στιγμή γύρισε προφίλ, μόνο ένα χέρι, μετά δυο χέρια, να μου γνέφουν να πάω προς τα κει. Ψηλή ίσα με δυόμιση μέτρα, η μισή κρυμμένη πίσω απ τις κουρτίνες, μετά ξεθάρρεψε και τις πέταξε από πάνω της, ύστερα ξανατρύπωσε στις δίπλες τους. Ήταν επίμονη, κάθε «έλα» απείχε (τα μέτρησα) δεκαπέντε δευτερόλεπτα από το άλλο.Τέσσερις προσκλήσεις κάθε λεπτό, διακόσιες σαράντα την ώρα, έχασα το λογαριασμό κατά τις τέσσερις το πρωί, έτσι τουλάχιστον έδειχνε το ρολόι δίπλα.

Δεν πήγα.

Περίμενα ακίνητος να βγει το πρώτο φως, σιγά σιγά χάθηκε.

Καλού κακού δεν άνοιξα την ντουλάπα, βολεύτηκα με όποιο ρούχο βρήκα πρόχειρο στον καλόγερο. Ούτε τις κουρτίνες τράβηξα κι ας άρχισε να τυφλώνει ο ήλιος, είναι άτιμη φάρα οι κουρτίνες. Κι αυτή στο μπάνιο, ίδια ράτσα και χειρότερη. Μπήκα, έριξα νερό πάνω μου, άλλο τόσο στο πάτωμα, κουρτίνα πάντως δεν έκλεισα, δεν πάει να γκρινιάζει όταν ξυπνήσει. Νερό είναι, θα στεγνώσει. Με τις σκιές που ζουν πίσω απ ‘τις κουρτίνες δεν παίζεις.

Αποφάσισα από σήμερα να κοιμάμαι μόνο τα απογεύματα, μέχρι την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Μια, δυο ώρες το πολύ. Το να κατεβάσω τις κουρτίνες είναι κι αυτό μια κάποια λύση.Μα δεν είμαι σίγουρος πόσο ευγενικές μπορεί να είναι οι σκιές όταν πειράζεις τις φωλιές τους.

Ευτυχώς ο ανεμιστήρας γυρνάει ασταμάτητα τις νύχτες. Αν η σκιά αποφασίσει να βγει απ τη γωνιά της , ελπίζω να την κάνει χίλια κομμάτια. Μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζω πατώματα, να βάφω δυο μέρες τοίχους και ταβάνι αλλά χαλάλι . Είμαι σίγουρος ότι θα κάνω καλή δουλειά, δεύτερο και τρίτο χέρι αν χρειαστεί. Μ ‘αυτά τα «έλα» και τα δάχτυλα που γνέφουν δεν παίζεις.

Θα πρέπει, όμως, να την πείσω να αλλάξει και μαξιλαροθήκες και σεντόνια. Μην τύχει κι αποκοιμηθούμε καμιά μέρα με τα απομεινάρια της ανάμεσά μας. Αυτά αν ποτίσουν πάνω σου δεν ξεβάφουν με τίποτε μετά.


Πηγή