Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες βασιλεύουν οι μάγισσες

maxresdefault

Καληνυχτα λοιπόν σε σας που δεν κλαίτε κι έχετε τα μάτια ξεκούραστα. “Oσο για μένα, ξέρω τώρα πια τι είναι αυτός ο κόσμος..Έπασχε απο άνθρωπο. Θα μείνει για πάντα εκεί. Όρθια με το κεφάλι πίσω. Με το κεφάλι απροσμέτρητα ψηλά και πίσω. Τα μάτια παρμένα απ” τ” άστρα. Μάτια με μάτια με τ” άστρα. Δεν ακουμπάει πουθενά. Η ράχη της στηρίζεται στην ράχη της. Τα πόδια ανυπόδητα νιώθουν ωμό το χώμα.


Σ” αυτά μπορεί να βασιστεί σε ύψος απροσμέτρητο. Φορά το πιο γυμνό φουστάνι. Εκείνο που απέφευγε. Φορούσε όσα την έντυναν. Όλόκληρο το σώμα βρήκε απεριόριστα το σώμα. Αυτή η άσεμνη έκθεση των φλεβών της την καθησυχάζει, η έκρυθμη δήμευση των οστών της, νιώθει πως έφτασε, αυτή η αδιάντροπη ρεύση των νεύρων της, εκεί που πάντα ένιωθε πως ήθελε να φτάσει. Εκεί που έφτασε. Θα πάντα εκεί. Αβλέφαρα κοιτώντας με μάτια εξόφθαλμα στα μάτια τα άστρα. Πανόραση. Δεν έχει που αλλού και άλλο τίποτα να φτάσει. Θα πάντα εκεί. Αμετακίνητη. Εγώ το αποφάσισα, που δεν σκέφτομαι, που δεν έχω εξήγηση γι΄αυτό όπου έφτασα. Δεν θα με καταλάβετε. Θα έχουν τελειώσει οι λέξεις αλλ” ακόμα δεν θα με καταλάβετε. Δεν θέλω να κλάψετε για μένα, να κλαίτε απο μένα, να λέτε ότι σας συγκίνησα, να μην το λέτε, ακούστε με μόνον ολόκληρη, μέχρι το τέλος μου. Έλεγα αν δεν μιλήσω δεν θα φτάσω, αν δεν σας συγκινήσω δεν θα γίνω, αν δεν με νιώσετε εσείς δεν θα σωθώ. Όχι. Όχι. Κοιτάξτε με τώρα. Εγώ το αποφάσισα. Είπα Εδώ θα σταθώ εδώ για πάντα. Δεν θα φύγω. Έφτασα. Στραφείτε όλοι προς εμένα Θα μιλήσω. Ένοιωθα σαν πεθαμένη ποίηση. Κι ένιωθα σαν την ποίηση που μαχαιρώνει αυτόν που δεν μπορεί να την γεννήσει και μόνη αναγκάστηκα να γεννηθώ. Στρέψτε όλοι τα μάτια. Ορασθείτε με. Γίνετε οι οραστές μου. Ήμουν η ποίηση που δεν μπορεί να γεννηθεί. Και ωτασθείτε με. Γίνετε οι ωταστές μου. Και αναγκάστηκα να γεννηθώ για να μη μείνει απο μένα πίσω τίποτα, και αναγκάστηκα να βρεθώ εκεί όπου η γέννηση αυτή θα μ” άφηνε να φτάσω, εκεί όπου σε ένα μόνον τίποτα αφήνεται να φτάσει όταν αυτό πια αναγκάζεται να γεννηθεί. Και δώστε μου τις λέξεις που μου κρύβετε, ποτέ ποτέ δεν μίλησα, κρατάτε τις τραχύτερες κρυμμένες, δεν μίλησα ποτέ δεν μίλησα, εκείνες που χρειάζομαι, εκείνες με τα δόντια, με τους γάτζους, τις πιο δύστροπες πιο δύστροφες που μπήγονται και βγαίνουν με τους πόνους, τις δύστοκες δυσάγγιχτες. Μ” αφήσατε τον κόσμο χωρίς λέξεις. Φαντάστηκα όλες τις λέξεις που δεν είχα, είμαι οι λέξεις που φαντάστηκα. Τώρα που έφτασα, σταθείτε μακριά, λύκοι της μέρας λύκοι της νύχτας, δεν θα με φτάσετε εδώ που έφτασα, θα σας τυφλώσω με το ύψος μου, και θα σας κάψω μ” όλη την ποίηση που αναγκάστηκα άγραφη μόνη μου να γεννήσω. Η αγάπη δεν υπάρχει.

έγραψε το πιτσιρικι

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°