Category Archives: ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Ηρώ Κωνσταντοπούλου 1927 – 1944

Iro_Konstantopoulou-agalma

Άγαλμα της Ηρώς Κωνσταντοπούλου στην πλατεία Τερψιθέας του Πειραιά

Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς σε ηλικία 17 ετών.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου του 1927, από ευκατάστατους γονείς καταγόμενους από τη Σπάρτη.

Μαθήτρια ακόμη του Γυμνασίου οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση κατά των δυνάμεων Κατοχής. Στις αρχές Ιουλίου του 1944, μία ομάδα των Ταγμάτων Ασφαλείας εισέβαλε στο σπίτι της οικογένειάς της στην οδό Βεΐκου 57 στο Κουκάκι και τη συνέβαλαν, αφού πρώτα τη βασάνισαν. Οι γονείς της, χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες τους, κατόρθωσαν να την απελευθερώσουν. Αλλά μόνο προσωρινά…

Τα Ες-Ες τη συνέλαβαν για δεύτερη φορά στις 31 Ιουλίου, ύστερα από ένα σαμποτάζ σε τρένο που μετέφερε πυρομαχικά για λογαριασμό των δυνάμεων κατοχής. Την έκλεισαν στα κρατητήρια της «Κομαντατούρ» στην οδό Μέρλιν και τη βασάνισαν για τρεις εβδομάδες, προκειμένου να μαρτυρήσει τους συντρόφους της στην οργάνωση. Αλλά ούτε τα βασανιστήρια, ούτε οι δελεαστικές προτάσεις που της έκαναν απέδωσαν και τελικά την οδήγησαν στην πτέρυγα μελλοθανάτων του στρατοπέδου Χαϊδαρίου.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατουμένους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκτελέστηκε με 17 σφαίρες – όσα τα χρόνια της – για «παραδειγματισμό», όπως είπαν οι χιτλερικοί. Η Ηρώ έπεσε για τη λευτεριά τής πατρίδας, 37 μέρες προτού απελευθερωθεί η Ελλάδα.

Στις 29 Δεκεμβρίου του 1977 η Ακαδημία Αθηνών, με εισήγηση του καθηγητή της Φιλοσοφίας, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, τίμησε την ηρωίδα με μεταθανάτιο βραβείο για την υπέρτατη θυσία της, αναγνωρίζοντας έτσι και τη συμβολή της ΕΠΟΝ στον απελευθερωτικό αγώνα.

Το 1981 ο Νίκος Φώσκολος μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τη ζωή της («17 σφαίρες για έναν άγγελο: Η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου»), με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Βιδάλη.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









πηγη

Πάμπλο Νερούδα: Ο λαός

ΠΑΜΠΛΟ-ΝΕΡΟΥΔΑ

«Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα/ πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα./ Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε/ Και πρέπει να ‘χουν φως εκείνοι του ορυχείου!/ Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι./ Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!/ Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει».

Σαν σήμερα, 12 Ιουλίου 1904, γεννήθηκε ο Χιλιανός κομμουνιστής ποιητής, Πάμπλο Νερούδα. Το απόσπασμα είναι από το ποίημα του «Ο λαός». Το δημοσιεύουμε ολόκληρο. Διαβάζεται λέξη – λέξη…

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Πάμπλο Νερούδα, μαζί με το ανεπανάληπτο έργο του «Canto General» (Γενικό Άσμα), μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Ο λαός
Τον θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, κι ας μην πέρασαν/ παρά μόνο δυο αιώνες που τον είδα./ Δεν πήγαινε με άλογο ούτε με αμάξι:/ με τα πόδια/ κατάπινε/ τις αποστάσεις/ και δεν είχε σπαθί ούτε πανοπλία/ αλλά δίχτυα στον ώμο,/ τσεκούρι, σφυρί ή φτυάρι./ Ποτέ δε χτύπησε όμοιό του:/ ο αγώνας του ήταν ενάντια στο νερό και στη γη,/ για να ‘χει στάρι για ψωμί,/ενάντια στο πελώριο δέντρο για να ‘χει ξύλα,//στους τοίχους για ν’ ανοίγει πόρτες,/ στην άμμο για να χτίσει τοίχους/ και στη θάλασσα για να την κάνει να ξεγεννάει./ Τον γνώρισα κι ακόμα δε μου σβήνεται απ’ το νου./

*

Οι χρυσές άμαξες γίναν κομμάτια…/ ο πόλεμος γκρέμισε πόρτες και τοίχους,/ η πολιτεία γίνηκε μια χούφτα στάχτη,/ γίνανε σκόνη τα ρούχα,/ κι αυτός για μένα υπάρχει ακόμα,/ επιβίωσε στην άμμο,/ όταν όλα φαίνονταν ακατάλυτα,/ εκτός από κείνον.

*

Στο πήγαιν’ έλα κάθε φαμελιάς/ ήταν άλλοτε πατέρας μου, ή συγγενής μου,/ ή μονάχα μπορεί και να ‘ταν…/ ή και να μην ήταν/ αυτός που δε γύρισε στο σπίτι/ γιατί τον κατάπιε η γη ή το νερό,/ ή γιατί τον σκότωσε μια μηχανή ή ένα δέντρο/ ή και να ‘ταν εκείνος ο πένθιμος μαραγκός/ που πήγαινε πίσω από το φέρετρο, δίχως δάκρυα,/ τέλος κάποιος που δεν είχε όνομα,/ που τον έλεγαν μέταλλο ή ξύλο/ και που όλοι τον έβλεπαν από ψηλά/ χωρίς να βλέπουν το μερμήγκι/ αλλά τη μερμηγκιά,/ που – όταν τα πόδια δε σαλεύουν πια/ γιατί ο ταλαίπωρος είχε πεθάνει -/ δεν είδαν ποτέ πως δεν τον έβλεπαν:/ υπήρχαν κιόλας άλλα πόδια εκεί που πριν/ ήταν αυτός.

*

Τα άλλα πόδια ήταν αυτός ο ίδιος,/ και τα άλλα χέρια./ Ο άνθρωπος συνεχίζονταν:/ όταν φαινόταν φευγάτος, ξεπερασμένος,/ βρισκόταν ο ίδιος ξανά, ήταν εκεί/ για να σκάβει τη γη,/ να κόβει το πανί, εκείνος όμως/ δίχως πουκάμισο,/ ήταν και δεν ήταν εκεί, όπως και τότε,/ είχε φύγει και βρισκόταν ξανά,/ κι όπως ποτέ του δεν είχε κοιμητήρι,/ ούτε τάφο, κι ούτε τ’ όνομά του χαράχτηκε/ στην πέτρα που εκείνος ίδρωσε για να τη σπάσει,/ ποτέ κανένας δε μάθαινε πως ξαναρχόταν,/ ποτέ κανείς δεν έμαθε πότε πέθανε/ κι έτσι μόνο όταν ο δύστυχος το μπόρεσε,/ αναστήθηκε ξανά απαρατήρητος.

*

Ηταν ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολία, χωρίς κληρονομιά/ χωρίς αγελάδα, χωρίς σημαία,/ και δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους,/ τους άλλους που ήσαν αυτός,/ από ψηλά ήταν σταχτής σαν γη,/ ήτανε φαιός σαν το πετσί,/ ήτανε κίτρινος θερίζοντας στάχυα,/ ήτανε μαύρος κάτω στα ορυχεία,/ ήτανε χρώμα πέτρας στο κάστρο,/ στην τράτα είχε χρώμα παλαμίδας/ και χρώμα αλογίσιο στο λιβάδι:/ και δεν μπορούσε κανείς να τον ξεδιακρίνει,/ αφού ήταν αδιαχώριστος, ήταν το στοιχείο,/ γη, κάρβουνο ή θάλασσα ντυμένη άνθρωπος.

*

Οπου έζησε,/ αβγάταινε ό,τι άγγιζε αυτός:/ το εχθρικό λιθάρι,/ σπασμένο/ από τα χέρια του,/ μεταβαλλόταν σε τάξη,/ και ένα – ένα σχημάτισαν/ την κατακόρυφη λάμψη του κτιρίου/ έφτιασε το ψωμί με τα χέρια του,/ κίνησε τους σιδηρόδρομους/ γεμίσαν οικισμούς οι αποστάσεις,/ άλλοι άνθρωποι γεννήθηκαν,/ ήρθαν οι μέλισσες,/ και επειδή ο άνθρωπος δημιουργεί και/ πολλαπλασιάζει/ η άνοιξη περπάτησε ως την αγορά/ ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

*

Ο πατέρας των άρτων λησμονήθηκε,/ αυτός που έκοψε, που πεζοπόρησε, τσακίζοντας/ κι ανοίγοντας χαντάκια, κουβαλώντας άμμο,/ κι όταν όλα υπήρξαν, αυτός πια δεν υπήρχε,/ αυτός έδινε την ύπαρξή του, αυτό ήταν όλο./ Βρήκε αλλού να δουλέψει, κι ύστερα/ πήγε να πεθάνει κυλώντας σαν βότσαλο του ποταμού:/ τον πήρε σβάρνα ο θάνατος.

*

Εγώ, που τον γνώρισα, τον είδα να σβήνεται/ ώσπου να απομείνει μόνο αυτό που άφηνε:/ δρόμοι που μόλις και μπόρεσε να γνωρίσει,/ σπίτια που ποτέ, ποτέ δε θα κατοικούσε.

*

Και γυρνάω ξανά για να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

*

Τον βλέπω στη νεκρόκασά του και αναστημένο./ Τον διακρίνω ανάμεσα σ’ όλους/ που είναι οι όμοιοί του/ και μου φαίνεται πως δε γίνεται,

*

πως έτσι δε βγαίνουμε πουθενά,/ πως γίνοντας έτσι δεν αξίζει τον κόπο.

*

Εγώ πιστεύω ότι στο θρόνο πρέπει να βρίσκεται/ αυτός ο άνθρωπος, με καλά παπούτσια και / στέμμα.

*

Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα/ πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα./ Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

*

Και πρέπει να ‘χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

*

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι./ Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!/ Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει.

*

Ούτε μια γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

*

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

*

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους!

*

Εγώ τον γνώρισα εκείνον τον άνθρωπο κι όταν μπόρεσα,/ όταν πια είχα μάτια στο πρόσωπό μου,/ όταν πια είχα φωνή στο στόμα μου,/ τον αναζήτησα ανάμεσα στους τάφους και του ‘πα/ σφίγγοντάς του το μπράτσο που δεν ήταν ακόμα:/ «Ολοι θα φύγουν, εσύ θα μείνεις ζωντανός.

*

Εσύ έφτιασες αυτό που είναι δικό σου».

*

Γι’ αυτό κανείς ας μην ανησυχεί όταν/ φαίνεται να ‘μαι μόνος μα που δεν είμαι μόνος:/ δεν είμαι με κανέναν και μιλάω για όλους.

*

Κάποιος μ’ ακούει και δεν το ξέρουν,/ όμως εκείνοι, που γι’ αυτούς τραγουδάω και που/ το ξέρουν/ συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









πηγη

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος 1912 – 1984

Dionysis_Papagianopoulos-2

Ο ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου Διονύσης Παπαγιαννόπουλος γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1912 στο Διακοφτό. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου και πρωτοεμφανίστηκε το 1938, στον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ, σε ρόλο που του έδωσε ο δάσκαλός του Αιμίλιος Βεάκης.

Τα χρόνια που ακολούθησαν συνέπραξε με τους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, των Αρώνη – Χορν, Χατζίσκου – Συνοδινού, του Μουσούρη και του Ντίνου Ηλιόπουλου. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 εμφανίστηκε σε ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, ενώ αργότερα άρχισε να εμφανίζεται σε ελαφρές κωμωδίες. Το 1961 συγκρότησε τον δικό του θίασο, δίνοντας αξέχαστες ερμηνείες, σε έργα όπως «Ζήτω η ζωή» του Γεράσιμου Σταύρου και «Δεσποινίς Διευθυντής» των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη. Στο τελευταίο ενσάρκωσε τον κ. Βασιλείου, έναν ρόλο που επανέλαβε το 1964 στη μεγάλη οθόνη, δίπλα στην Τζένη Καρέζη.

Πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή του ήταν το 1947, στην ταινία «Παιδιά της Αθήνας» του Τάκη Μπακόπουλου. Ακολούθησαν άλλες 134 ταινίες, στις περισσότερες από τις οποίες κράτησε δευτερεύοντες ρόλους, κλέβοντας όμως πάντα την παράσταση. Ξεχωρίζουν: «Το Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), «Η βίλα των οργίων» (1964), «Μια τρελή, τρελή οικογένεια» (1965), «Υπάρχει και φιλότιμο» (1965), «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), «Για ποιον χτυπά η κουδούνα» (1968), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά» (1970), «Ο Κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται» (1977). Το ρόλο του Μπαρμπα-Γιώργη είχε ενσαρκώσει με μεγάλη επιτυχία και στην τηλεοπτική σειρά «Το Λούνα Παρκ» το 1974.

Πέθανε ολομόναχος, στο διαμέρισμά του στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στις 13 Απριλίου του 1984.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









πηγη