«Ρε φίλε.. Έχεις λίγο για δυο τσιγάρα;»

«Ρε φίλε.. Έχεις λίγο για δυο τσιγάρα;»
«Πόσο;»
«Πέντε ευρώ.. Έκοψα τα ηρεμιστικά και δεν μπορώ να κοιμηθώ αλλιώς τα βράδια…»
 Ο Μήτσος περιπλανιέται στα μαγαζιά των Εξαρχείων παίζοντας μουσική. Προσπαθεί να βγάλει το ψωμί του τίμια, με την κιθάρα του. Πότε πότε, τυχαίνει να συναντήσει κάποιον κουστουμάτο «ματσωμένο» στα μαγαζιά που παίζει. Εκείνος, μόλις ο Μήτσος βγάλει τον μπερέ του με την ελπίδα πως όλο και κάποιο κέρμα θα περισσεύει, τον διαολοστέλνει και τον αποκαλεί σκουπίδι… «Και ξέρεις τι έκανα ρε; Τον ευχαρίστησα και του ευχήθηκα καλό βράδυ.. Άμα του έσκαγα το μπουκέτο που ήθελα δε θα με άφηναν να ξαναπατήσω στο μαγαζί. Ένα μαγαζί είναι ένα καρβέλι ρε, τι να έκανα..; Νομίζεις έχω οικογένεια να με βοηθήσει; Μόνος μου είμαι εδώ…»
 Ο Σωτήρης είναι ο τρίτος από εφτά αδέρφια, το καθένα από διαφορετική μάνα. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του κι όμως τώρα δουλεύει μαζί του σε ένα εργοστάσιο στον Ασπρόπυργο. «Παιδεύομαι για εκατό ευρώ τον μήνα ρε’συ και σήμερα πληρώθηκα πρώτη φορά. Κάτσε, κερνάω μπύρα, δε θέλω να πάω σπίτι σήμερα.»
  Ο Κώστας είναι από την Ξάνθη αλλά τώρα πια μένει στην Αθήνα, σε κάποιο παγκάκι, δεν έχει σημασία. Είναι μαζί με μια Ρουμάνα – δε θυμάμαι το όνομά της– η οποία κάθε φορά που πίνει, και πίνει συχνά, τον βρίζει και του φωνάζει. «Τι να κάνω μωρέ; Άσ’τη να λέει, μόλις ξεμεθύσει θα ηρεμήσει.. Πάντα έτσι γίνεται, είναι γλυκιά ρε, ψυχούλα κατά βάθος..» Σήμερα μόλις, γνώρισε δύο παιδιά από την Κύπρο. Τους κέρασε λίγο κρασί, «δεν έχω και τίποτα καλύτερο ρε παιδιά…» και ο ένας του χάρισε ένα σκούφο για να τον ευχαριστήσει. Συμφωνήσαμε όλοι πως ο Κώστας έχει κάτι που κερδίζει αμέσως τους ανθρώπους, αδύνατο να τον αντιπαθήσει κανείς…
«Φίλε, να πάρω μια τζούρα;»
«Κάτσε και πιάσε και μια μπύρα. Από πού είσαι;»
«Απ’το Σουδάν, έχω δύο χρόνια να δω την οικογένεια.»
«Πως σε λένε;»
 Ο Γιόσεφ δούλευε ως αστυνομικός για εικοσιέξι ευρώ. Για εικοσιέξι ευρώ, ενώ το καλάσνικοφ απ’το οποίο κινδυνεύει να πεθάνει κοστίζει μόλις πενήντα. Έφυγε λόγω του εμφυλίου και ήρθε στην Ελλάδα χωρίς γνωστούς ή φίλους. Ευτυχώς, βρήκε μια στέγη και τουλάχιστον προστατεύεται από την βροχή. Είναι από τους τυχερούς φαντάζομαι…
  Όλοι αυτοί είναι άνθρωποι που τους έφερε μαζί η ανάγκη. Ο ένας είναι για τον άλλο ότι πλησιέστερο θα μπορούσε να έχει σε μια οικογένεια. Κάθε μέρα τα βάζουν με τον κόσμο για να ζήσουν κι όμως δεν έχουν ξεχάσει να χαμογελάνε. Ίσως επειδή δεν τους έχει μείνει και κάτι άλλο να κάνουν… Όλοι αυτοί ζουν στην χώρα σου, στην πόλη σου. Άλλαξε τα ονόματα και θα τους δεις και στη γειτονιά σου.
  Κάθομαι σε μια άνετη καρέκλα και σου μιλάω για αυτούς. Ζω τη ζωή μου με ασφάλεια, ενώ παρατηρώ τις δικές τους από μακριά. Εσύ; Είναι άνετη η καρέκλα σου; Είναι ασφαλής η ζωή σου; Νομίζεις όντως πως αν στρέψεις αλλού το βλέμμα σου δε θα βρεθείς ποτέ στη θέση τους;