Category Archives: Το blog μου

Τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας

232547380_b0e2f76e09

Να τσακίζεις τα δόντια της χτένας και να μετράς Ώσπου να ‘ρθω Με φορεσιά πολύχρωμη
Με χάντρες διάφανες στο λαιμό Κι ένα χαμόγελο ήλιου τεμπέλικου για κρεμαστό
Κρόταλα και ντέφια εντός μου Κι ένα ψωμί κομμένο σε μπουκιές πολλές
Η Μια ψυχή Θα’ μαι εγώ Αλλιώς Όπως ίδια…

Με πατρίδες χίλιες Μ” έρωτες ωραίους, αντάρτες Κι ανοίγματα στη ζωή
Και στιγμές. Μόνο. Γλυκορέουσες, όπως μουσικές Αξόδευτες, ίδια χώματα
Αμμουδιές στο Λιβυκό Να φυσάει νοτιάς να με σκορπίζει..

Θα ’ρθω ξανά. Ξανά θα είμαι. Γιατί δε παλεύεται ο χρόνος, είσαι εκεί;
Είναι θύελλα ο καιρός, φυλάξου Και κάτω απ’ το πετσί μας ανατριχίλες ποτισμένες ένταση
Τσογλάνια τα χρόνια που περνάνε• πριονίζουν γόνατα
Κι ένα κουβάρι το κορμί Βγάζει γλώσσα, γελά με θυμό
Και το δάχτυλο στ’ όνειρο, γυρεύοντας κρύπτη..

Καιρός αγύρτης, εκδικητής Στέλνει γριές να ξεφλουδίζουνε βήματα
Μα κοίτα, εγώ: τσίτσιδη στα χωράφια του Προίκες και μοίρες ακυρώνω
Ποιος να μερέψει δαίμονες απόψε!

Έλα. Έλα να καίμε από ζωή

Θα ’ρθεις ξανά. Ξανά θα είσαι. Μ΄ ένα πουκάμισο πορτοκαλί
Σαν ανοίξει η αγκαλιά τ” ανθρώπου, τι χωράει, θα πω
Κήπους που στάζουνε υγρασία πρωινού Θύμησες που “ρχονται απρόσκλητες να στριμωχτούν
Να σου τριφτούν, να τις προσέξεις Μες σε μια στάλα μπλε, ν’ ανακατευτούν οι ώρες

Τι απορείς; Αχόρταγη.. αν είναι για ανθρώπους.. Πως αλλιώς;
Έτσι. Αλλιώς. Λέω ναι, θα ξημερώσει Και στη ψυχή Θα κάτσει γέρος ο καιρός
Κι εκείνο το παιδί της άνοιξης θα πει…
Ανοίξτε τα παράθυρα να γίνουν οι λέξεις πουλιά και ουρανός ο κόσμος.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









Αύριο θα το φτιάξουμε αυτό γιαγιά, σου το υπόσχομαι. Σ” ευχαριστώ για όλα.

6561

Το παλιό παντζούρι της, τρίζει ξανά. Η γριά κυρία, τραντάζεται ακόμα ένα βράδυ από τον φόβο της.

Είχε σκεφτεί να το φτιάξει, ή μάλλον να ζητήσει από κάποιον γνωστό της στο χωριό να το κάνει, μα δεν ήθελε να γίνεται βάρος, ούτε να “χει υποχρέωση σε κανέναν.
Σηκώθηκε από την καρέκλα της και περπάτησε μέχρι το τραπέζι, στον διάδρομο του σπιτιού, πήρε τις δύο χοντρές βελόνες της κι άρχισε να πλέκει. Αυτό τουλάχιστον το είχε μάθει καλά, το έκανε με κλειστά τα μάτια, κάποτε από επιλογή, όμως πλέον δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει κάτι το διαφορετικό, αφού έχει χάσει το φως της, πολλά χρόνια τώρα.

Ίσως δεν την πείραζε τόσο το γεγονός πως δεν μπορούσε να μαγειρέψει τα φαγητά που αγαπούσε να φτιάχνει, ούτε πως δεν ξεχώριζε τα χρώματα. Θα “θελε όμως να διαβάσει ακόμα μια φορά το αγαπημένο της βιβλίο.
Ήταν ένα βιβλίο που είχε γράψει η εγγονή της, όταν ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Όταν άρχισε δηλαδή να κατανοεί τον κόσμο και να αποκτά δική της άποψη γι” αυτόν. Έτσι, όταν το τελείωσε το δώρισε στον μόνο άνθρωπο που της είχε απομείνει στον κόσμο, τη γιαγιά της.

Το βιβλίο εξιστορεί τη ζωή του κοριτσιού, μέσα σ” αυτό κρύβεται ένα κομμάτι της καθημερινότητας της, η ζωή με τη γιαγιά της και το παράπονο της, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τους γονείς της, μιας και τους έχασε όταν ήταν ακόμα μικρή.

Χτυπά τρεις φορές η πόρτα, της γριάς κυρίας.
Το χαμόγελο της τώρα, μοιάζει με ουράνιο τόξο, όλα τα χρώματα του, ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους και το αποτέλεσμα του είναι να φωτίζεται όλο της το πρόσωπο. Αφήνει τις βελόνες της στον καναπέ και σηκώνεται προσεκτικά ν” ανοίξει την ξύλινη πόρτα.

- Γιαγιά μου! Ακούστηκε η φωνή της όμορφης κοπέλας, με τα πράσινα μάτια.
- Καρδούλα μου όμορφη, πόσο μεγάλωσες;

Της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
Η κοπέλα έπιασε το χέρι της γιαγιάς της και τη βοήθησε να καθίσει.

- Βρε γιαγιά, να σε ρωτήσω κάτι, δεν κουράστηκες από την καθημερινότητα;
- Δεν κουράζομαι εγώ θησαυρέ μου. Θυμάσαι πως με αποκαλούσες, όταν ήσουν μικρή; «σούπερ γιαγιά» Έ, λοιπόν οι σούπερ γιαγιάδες δεν κουράζονται ποτέ.
- Εγώ όμως κουράστηκα γιαγιά.
- Τι εννοείς μικρή μου; Γιατί δεν πιστεύω να εννοείς σωματικά, ακόμα είσαι πολύ νέα.
- Κουράστηκα να πρέπει να χαμογελώ σε όλους, κουράστηκα να δέχομαι ό,τι μου επιβάλλεται, κουράστηκα να πονώ όταν βλέπω κάποιον δυστυχισμένο και να πρέπει έπειτα να τον κάνω να γελάσει. Κουράστηκα να παριστάνω κάθε μέρα πως είμαι καλά, κουράστηκα να πρέπει να είμαι δυνατή για όλους.
Κουράστηκα να μην είμαι εγώ, θέλω να “μαι όπως ήμουν μικρή. Να γελώ και να γκρινιάζω, να συμφωνώ και να διαφωνώ, να ακούω και να με ακούν, να δίνω και να παίρνω, ν” αγαπιέμαι και ν” αγαπάω. Να δείχνω αυτό που αισθάνομαι δίχως να φοβάμαι μην πληγώσω τον άλλον. Να μπορώ να πω άφοβα «όχι» σε ό,τι ξέρω πως δεν θέλω να κάνω.
- Είναι δύσκολη η ζωή παιδί μου. Ένας καθημερινός πόλεμος με τον εαυτό σου αλλά και μαζί της είναι. Δεν μπορείς ν” αλλάξεις τα πράγματα και για κάθε σου κίνηση πρέπει να είσαι αρκετά σίγουρη. Μέχρι κάποια ηλικία δικαιολογείσαι για τα απερίσκεπτα βήματα σου. Μετά όμως κανένας δεν θα σου δώσει ελαφρυντικά. Γιατί θεώρησε αρκετά ώριμη για να συγχωρεθεί κάποια επιλογή σου, σε αντίθεση με τις επιλογές που έκανες όταν ήσουν μικρή.
Αυτά που σου λέω εγώ τα βίωσα και θέλω να τα μάθεις, για να καταλάβεις γιατί δεν κουράζομαι. Κατάλαβες λοιπόν; Δεν κουράζομαι διότι έχω κατανοήσει τη ζωή και είμαι έτοιμη να την αντιμετωπίσω όπως και να “ναι, είτε βλέπω είτε όχι.

Όντως, δεν θυμάται ποτέ τη γιαγιά της να κουράζεται. Αν και ήταν όλη μέρα στο πόδι για να τα προλάβει όλα, δεν παραπονιόταν. Ακόμα και τώρα που δεν βλέπει, δεν τη θυμάται να δυσανασχετεί.
Είναι όμως πια αρκετά γερασμένη κι όσο κι αν θέλει να δείχνει πως αντέχει, οι δυνάμεις της φαίνεται να την εγκαταλείπουν. Αυτή η σκέψη τρόμαζε την κοπέλα κάθε φορά που στροβίλιζε στο μυαλό της.

- Μην ανησυχείς γλυκιά μου, δεν φεύγω ακόμα. Της απάντησε, μιας και κατάλαβε την ανησυχία της.

Και συνέχισε

- Οι άνθρωποι καλή μου, είμαστε φύλλα, τα φύλλα ενός γερού δέντρου που ονομάζεται ζωή. Κάθε φορά πρέπει να βγαίνει ένα νέο φύλλο, το οποίο θα λάμπει. Θα μοιάζει πιο όμορφο και πιο τρυφερό απ” τ” άλλα κι ένα άλλο πρέπει να πέσει, είτε το πιο γέρικο είτε το πιο αδύναμο. Αυτό είναι επιλογή του Θεού.
Έτσι κι εγώ θα φύγω κάποια στιγμή, εσύ όμως πρέπει να λάμψεις, έτσι είναι η ζωή.

Το παντζούρι τρίζει ξανά.

- Αύριο θα το φτιάξουμε αυτό γιαγιά, σου το υπόσχομαι. Σ” ευχαριστώ για όλα.

εγραψε το πιτσιρικι

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









Άργησες να γεννηθείς ή πέθανες νωρίς;

3112

Κοντά στο 1979 πρόλαβες τις τελευταίες κουταλιές από το βάζο της χαράς , της γλύκας μεγάλωσες ανέμελα με ελευθερία στο παιχνίδι , χωρίς ρολόι και αστικούς γονικούς ψυχαναγκασμούς.

Έτρωγες τα φρούτα όπως τα έκλεβες από τις αυλές και το νερό το έπινες από το λάστιχο του διπλανού σπιτιού στον χωματόδρομο της γειτονιάς σου. Όλα στην κάθε σου μέρα ήταν απλά και με ένα μοναδικό τρόπο σε σημάδεψαν σαν αόρατο τατουάζ. Έχεις βέβαια και σημάδια που φαίνονται , χαρακιές από το ρίσκο της παιδικότητας , από τον βράχο που έκανες βουτιές στην θάλασσα.

Κάθε φορά που κοιτάς πίσω στα τριάντα και κάτι σου χρόνια νιώθεις την ίδια δίψα να επαναλάβεις την διαδρομή , έχεις το βλέμμα εκείνο της νοσταλγίας όπου κοιτάς ασπρόμαυρες φωτογραφίες αλλά είναι γεμάτες χρώμα και που δεν συμβαίνει αυτό πια.

Η φωτογραφική που κουβαλάς στον ωμό είναι πολύ καλύτερη από εκείνη την πρώτη την φίλτατη που βρήκες εκείνα τα Χριστούγεννα στο δωμάτιο σου σαν επιβράβευση βαθμολογίας τριμήνου, αλλά δυσκόλευσε στον φακό σου να κλειδώσεις χαμογελά και στιγμές παρόμοιες με εκείνες που φυλάς στο μεταλλικό κουτί του καπνού.

Καρτέρι στο καρτέρι καιρό τώρα ψάχνεις εκείνα τα καρέ στην ζωή την δική σου μα και των άλλων που θα προκαλέσουν το βλέμμα σου ξανά και ξανά για τα επόμενα χρόνια.

Αναρωτιέσαι είναι αλήθεια τελικά; Πουληθήκαμε σαν άλλοτε ο γέρος πούλησε την ψυχή του στον διάβολο αναζητώντας όχι τα νιάτα αλλά τα «κουτάκια» της πλασματικής χαράς; Σε μια κακή και άδικη συναλλαγή για τον χρόνο που μας μένει.

Αλήθεια είναι, άργησες να γεννηθείς ξανά και ο χρόνος σε προσπέρασε, σε ξεγέλασε, σε μπούκωσε με χημικά, με στερεότυπα και έμεινες εκεί απλά να μετράς, να χάνεσαι στους αριθμούς να νομίζεις πως υπάρχεις ενώ έχεις πεθάνεις.

Η τελευταία αίσθηση που σβήνει ο θάνατος είναι η ακοή, ησύχασε και άκου γύρω σου τον πόνο, τη θλίψη, αναγνώρισε τα λάθη και συγχώρεσε, άνοιξε τα μάτια σου σιγά σιγά όλα είναι εκεί, όλα όσα θέλεις τράβα την ψηφιακή κουρτίνα και σήκω στα πόδια σου να αισθανθείς τη ζωή που είναι μπροστά σου… Τρέξε, μην σταματάς, τρέξε να την φτάσεις και όταν το πετύχεις αυτό, πάρ” την αγκαλιά τόσο σφικτά να μη σου φύγει ξανά και ζήσε όπως εσύ ξέρεις και μπορείς.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°