Video απο τη δραση του Συλλογου.. Το πρωί βοηθούσε τους οφειλέτες Ρεθύμνου και το βράδι φύλαγε τσίλιες στον Λεμπιδάκη;

kinitopoiisi-fund-rethymno-1-1024x576

Mέλος του Συλλόγου Αλληλοβοήθειας Οφειλετών Ρεθύμνου είναι συμφωνα με τα ρεπορτάζ 45χρονος που εμπλέκεται στην απαγωγή του Μιχάλη Λεμπιδάκη. Το πρωί αλληλοβοηθούσε και το βράδι φύλαγε τσίλιες στον αλυσοδεμένο Λεμπιδάκη;

Ο ίδιος είχε αποπειραθεί να κάψει και τα γραφεία του Σύριζα. Τα μέλη του Συλλόγου είχαν συγκεντρωθεί έξω από τοπική εμπορική επιχείρηση που απειλείται με κατάσχεση, λόγω εξαγοράς από αμερικανικό fund, του δανείου που είχε λάβει ο ιδιοκτήτης. Σε προηγούμενη απόπειρα κατάσχεσης το εγχείρημα αποτράπηκε και τοποθετήθηκε όχημα στην είσοδο του καταστήματος από την οδό Αρκαδίου.

Δείτε δύο video από την δράση του Συλλόγου στη πόλη του Ρεθύμνου>

Οι δανειολήπτες ζητούσαν να λογοδοτήσει η κυβέρνηση γιατί δεν έχουν οι ίδιοι προτεραιότητα στις δικές τους οικονομικές υποχρεώσεις, αλλά πωλούνται τα δάνειά τους σε ξένα funds επί χαμηλού ποσοστού του δανείου.
kinitopoiisi-fund-rethymno-2
Ο Μανώλης Σταγογιάννης, αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αλληλοβοήθειας Οφειλετών Ρεθύμνου και μέλος του, τα τελευταία χρόνια που δραστηριοποιείται προασπίζοντας τα συμφέροντα των πολιτών ενάντια στους πλειστηριασμούς μιλάει αποκλειστικά στο «ΡΕΘΕΜΝΟΣ» για τη φωτιά που προκάλεσε στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο κ. Μανώλης Σταγογιάννης, φανερά καταβεβλημένος από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών μιλάει για το τι ακριβώς συνέβη το πρωί του περασμένου Σαββάτου αναφερόμενος τόσο στην απόφασή του να προκαλέσει ζημιές στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και για το χαστούκι που έδωσε στο δικαστικό επιμελητή, μετά από βάναυση πρόκληση που δέχτηκε από αυτόν. Ο ίδιος περιγράφει, τα γεγονότα όπως ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν από τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου έως την ώρα που συνελήφθη. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους.

Πρωί Σαββάτου 2 Σεπτεμβρίου . Ο κ. Μανώλης Σταγογιάννης περιγράφει: «Είχαμε μια πληροφορία ότι θα ερχόταν από τα Χανιά κάποιος γυψοσανιδάς για ένα κατάστημα στο Ρέθυμνο. Αμέσως καταλάβαμε ότι θα ερχόταν για το Borsalino, στα πλαίσια της γνωστής κατάσχεσης. Αυτή ήταν η μόνη πληροφορία που είχαμε καθώς στην αστυνομία επικρατούσε σιγή ιχθύος. Η μυστικότητα της αστυνομικής επιχείρησης ήταν τέτοια τελικά που δεν μπορούσε να αντιληφθεί κανείς τίποτα απολύτως. Αξιολογώντας τη μοναδική αυτή πληροφορία που είχαμε, αποφασίσαμε με το ΣΑΟΡ να κατέβουμε τα ξημερώματα στο κατάστημα του Αντώνη Πατερογιαννάκη. Βρεθήκαμε εκεί λίγο μετά τις 5:30, όχι περισσότερα από 10 άτομα. Η Αρκαδίου ήταν ήσυχη, ο κόσμος κοιμόταν. Κι ενώ όλα ήταν ήσυχα μέσα σε ένα λεπτό, πλήθος αστυνομικών συνοδεία διμοιριών των ΜΑΤ όλης της Κρήτης γέμισαν το δρόμο. Μόλις τους είδαμε, πήγαμε και σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα του μαγαζιού, ενώ από πριν είχαμε συνεννοηθεί ότι δεν επρόκειτο να τα βάλουμε με τους αστυνομικούς, γιατί είναι δικά μας παιδιά. Αδέλφια, ξαδέλφια, ανίψια, συμπολίτες μας… Δε θέλαμε να έρθουμε σε αντιπαράθεση μαζί τους για κανένα λόγο, άλλωστε έχουμε τα ίδια προβλήματα με αυτούς, με τη διαφορά ότι εκείνοι είναι υποχρεωμένοι να εκτελούν εντολές…

Τη στιγμή που μας πλησίασαν οι αστυνομικοί, τους παρακάλεσα να ενωθούν με μας, ν’ αφήσουν τις ασπίδες τους και τα όπλα τους και να μην επιτρέψουν να μπει κανείς στο κατάστημα, αφού η εκτέλεση ήταν παράνομη. Είπαν πως εκτελούσαν εντολές και μας ζήτησαν να απομακρυνθούμε από το σημείο.

Ένας από αυτούς νομίζω ότι δάκρυσε κιόλας. Φύγαμε από εκεί και πήγαμε παραδίπλα, άλλωστε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε 10 μόλις άνθρωποι μπροστά σε δύο διμοιρίες των ΜΑΤ.

Από κει και πέρα, οι ειδικές δυνάμεις αναπτύχτηκαν με τέτοιο τρόπο που κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει το κατάστημα από πουθενά.

Δεν πέρασαν ούτε 5 λεπτά και εμφανίστηκε ο δικαστικός επιμελητής Γιάννης Παναγόπουλος πλήρως προστατευμένος από την Αστυνομία και πάντα το ίδιο προκλητικός όπως άλλωστε είναι όλες τις φορές. Ήρθε με το ύφος του θριαμβευτή, καθώς είχε καταφέρει να προστατεύεται από το σύνολο σχεδόν της αστυνομίας της Κρήτης , δίνοντας ακόμα και εντολές στους αστυνομικούς.

Χωρίς να μιλάω καθόμουν στο πεζοδρόμιο απέναντι και απλά παρακολουθούσα με απορία και έκπληξη αυτό που συνέβαινε. Παρατηρούσα ένα «ανθρωπάκι» να κάνει κουμάντο τους αξιωματικούς της Αστυνομίας. Ένας Παναγόπουλος έδινε εντολές και ειρωνεύονταν όλους εμάς που ήμασταν πίσω από τα ΜΑΤ και δεν μπορούσαμε να τον πλησιάσουμε. Εκμεταλλευόμενος την παρουσία της αστυνομίας, την οποία είχε από πριν πείσει να τον ακολουθήσει, μας έβριζε, μας έκανε χειρονομίες, ειρωνικές κινήσεις με τα χέρια και τα πόδια του, φθάνοντας στο σημείο να βρίζει ακόμα και τις οικογένειές μας. Αυτό που σας λέω είναι αλήθεια και μπορείτε να διαπιστώσετε τον χαρακτήρα και την ποιότητα αυτού του δικαστικού επιμελητή αν δείτε το βίντεο – διάγγελμα στο οποίο την ίδια στιγμή που ευχαριστεί τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και τον Διοικητή του ΑΤ Ρεθύμνου, που αποφάσισαν να τον συνδράμουν, τους εκθέτει κιόλας, βρίζοντας τους Κρητικούς και τους Ρεθεμνιώτες. Ας δουν τελικά όσοι τον βοήθησαν, ποιόν άνθρωπο βοήθησαν και ποιος κάνει παράνομες πράξεις και σοβαρά εγκλήματα! Όσο τον έβλεπα, τόσο «έβραζα» μέσα μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα να πάρω φορά κι ας γινόταν ότι ήθελε, αλλά με σταματούσε η σκέψη ότι θα παρασύρω κι άλλους μαζί μου που θα έτρεχαν να με βοηθήσουν.

Εκεί που καθόμουν και παρατηρούσα, μπροστά μου βρίσκονταν ένας αστυνομικός των ΜΑΤ, που τον αναγνώρισα, ως ξυλουργός του είχα φτιάξει το δωμάτιο του όταν ήταν παιδάκι. Με αναγνώρισε κι εκείνος, με κοίταξε και δάκρυσε. Δάκρυσα κι εγώ…

Εκείνη την ώρα ένιωσα τρομερή πίεση. Νόμιζα ότι θα τρελαθώ. Ένιωθα σαν θηρίο στο κλουβί. Απομακρύνθηκα για να νιώσω καλύτερα, καθώς ήμουν και συναισθηματικά φορτισμένος γιατί πριν λίγες μέρες έχασα ένα καλό μου φίλο από ανεύρυσμα λόγω των πιέσεων που δεχόταν για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Βρισκόμουν εκτός ελέγχου και πήρα τη λάθος απόφαση. Πήγα στο μηχανάκι μου και με ένα λαστιχάκι της μηχανής έβγαλα λίγη βενζίνη και την έβαλα σε ένα μικρό μπουκαλάκι του νερού, έκρυψα το μπουκαλάκι στα ρούχα μου κι έφυγα με τα πόδια για τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ».

Στο σημείο αυτό ο Μανώλης Σταγογιάννης παίρνει μια βαθειά ανάσα και συνεχίζει: «Η αγανάκτηση με έπνιξε και με οδήγησε να κάνω κάτι που δεν ήθελα να συμβεί και λυπάμαι πολύ για αυτό.

Το μυαλό μου θόλωνε όσο σκεφτόμουν το σύνθημα του πρωθυπουργού της Κυβέρνησης «κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη» σε σχέση με την κατάσταση που μας έχουν φέρει. Να κινητοποιούν όλη την αστυνομία της Κρήτης και τα ΜΑΤ για να μας βάλουν να σκοτωθούμε μεταξύ μας; Δεν έβλεπα πια μπροστά μου από το θυμό.

Έφτασα στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ με το φως της ημέρας, στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, δίπλα στην φρουρούμενη σχολή της αστυνομίας, ούτε κουκούλα έβαλα, ούτε κρύφθηκα από τις κάμερες, την ύπαρξη των οποίων γνώριζα. Πήγα με το πρόσωπό μου να φαίνεται καθαρά, έσπασα την πόρτα με μια κλωτσιά κι έριξα τη βενζίνη μόνο στον προθάλαμο του γραφείου. Δεν ήθελα να το κάψω όλο, ήθελα μόνο να καταλάβουν την οργή και την αγανάκτησή και βέβαια δεν ήθελα η φωτιά να επεκταθεί στα διαμερίσματα. Φρόντισα γι’ αυτό. Αφού έριξα μικρή ποσότητα βενζίνης, κι έτσι όπως δεν έχω ξαναβάλει φωτιά, άναψα τον αναπτήρα και κόντεψα κι εγώ να καώ. Η φωτιά με έλουσε και ίσα που πρόλαβα και βγήκα. Πριν προλάβω να κατέβω τις σκάλες, φώναζα δυνατά φωτιά και χτύπησα τα κουδούνια της πολυκατοικίας. Φώναξα φωτιά πάρτε την Πυροσβεστική και όταν βγήκα στο δρόμο, κι έφυγα τρέχοντας με κατεύθυνση την Αρκαδίου. Με άκουσαν πολλοί και από ότι έμαθα αργότερα κανείς άνθρωπος δεν κινδύνευσε. Η φωτιά εξάλλου ήταν μικρή και δεν επεκτάθηκε.

Ήμουν εκτός ελέγχου κι σε αυτό το σημείο με οδήγησε η αγανάκτηση, η απελπισία και ο πόνος με όλα αυτά που έχουν γίνει όλο αυτόν τον καιρό. Τους θεωρώ όλους υπευθύνους στο κοινοβούλιο για την κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα, αλλά θεώρησα κύριο υπεύθυνο το κυβερνών κόμμα. Η φωτιά ήταν μια διαμαρτυρία αγανάκτησης.

Όταν έφτασα, ο δικαστικός επιμελητής είχε ήδη σπάσει η πόρτα και ήταν στον προθάλαμο του καταστήματος. Αυτός ο επιμελητής ο Παναγόπουλος αντί να σκεφτεί τον πόνο του καθενός και να προσπαθήσει να κάνει τη δουλειά του, με όσο γίνεται πιο σεμνό και διακριτικό τρόπο, συνέχιζε να προκαλεί.

Έφτασα από την πλευρά του λιμανιού, εκεί κοντά στεκόταν κι αυτός. Όταν με είδε, μου είπε μια βαριά βρισιά για την οικογένειά μου και κατάφερε να με κάνει να ξαναξεπεράσω τα όριά μου. Από το θυμό μου μετά από αυτό που άκουσα, πέρασα δίπλα από τον κλοιό της αστυνομίας του έδωσα ένα δυνατό χαστούκι.

Πάνω στην αγωνία μας και στο δίκιο μας, βρεθήκαμε να είμαστε και κρατούμενοι και ν’ απολογούμαστε κιόλας, ως εγκληματίες. Γιατί να μας τσουβαλιάζουν; Επειδή είμαστε αλληλέγγυοι σε ένα άνθρωπο που χάνει το σπίτι, την υγεία του, την δουλειά του, την αξιοπρέπειά του, τα παιδιά του που μεταναστεύουν, τους ανθρώπους που αυτοκτονούν με όλα αυτά που βιώνουμε καθημερινά; Τελικά ποιος εγκληματεί στην Ελλάδα του σήμερα;».

Σε ερώτημα αν ήξερε κάποιος από πριν ότι σκόπευε να βάλει φωτιά, ο ίδιος απάντησε: «Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που ούτε εγώ δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν ήξερε κανείς τίποτα. Δεν φταίει κανείς άλλος. Ήταν μια λανθασμένη απόφαση της στιγμής που τη σκέφτηκα, την αποφάσισα και την εκτέλεσα μόνος μου.

Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη, από τους ανθρώπους που στεναχώρησα και τους έφερα σε μια τόσο δύσκολη θέση. Λυπάμαι πολύ για ότι έγινε. Δεν το συγχωρώ στον εαυτό μου αυτό που έκανα».

Τέλος ο κ. Σταγογιάννης, τόνισε ότι όπως ανέφερε ήδη και στην ανακριτική αρχή, προτίθεται ν’ αποκαταστήσει τη ζημιά που προκάλεσε με προσωπική του εργασία. «Το είπα και στην κυρία Ανακρίτρια, ό,τι κάηκε ή καταστράφηκε, γραφεία, καρέκλες, σπασμένη πόρτα θα τα φτιάξω, είμαι ξυλουργός και ξέρω.

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°









πηγη