Ο αιώνιος «πρίγκιπας»

wpid-wp-1452873492563.jpeg

Όπως του ταιριάζει, μακριά από ευτελισμούς και πρόστυχες ευκολίες της εποχής. Λινά τραπεζομάντηλα, λευκά κεριά, ντελικάτη συμπεριφορά, ευγένεια στην υποδοχή, φίνος χώρος! Χωρίς μικροφωνισμούς και ηλεκτρονικά βύσματα ο ήχος. Πιάνο και τζαζ στην αρχή.  Και οι ωραιότερες γυναίκες της Αθήνας, σε παρέες μεταξύ τους, σαν υπνωτισμένες να τον περιμένουν πάντα. Δε μιλάμε για την Γκερέκου και την σπάνια καλλονή Μαρία Βοσκοπούλου, την Δούκισσα Νομικού ή την Όλγα Κεφαλογιάννη που ήταν εκεί. Λέμε για εκείνες τις γυναίκες, κάθε ηλικίας, που φοράνε κομψές τουαλέτες, χτενίζουν τα μαλλιά τους ψηλά, ανακατεύουν τα αρώματα τους και τον περιμένουν, πιστές σε μια σχέση δεκαετιών. Και αυτός; Ο αιώνιος «πρίγκιπας» , ο ευγενικός  «άρχοντας», ο «δικός μας Φρανκ Σινάτρα», μολις τις βλέπει απ την πίστα, κάνει τη χαρά του άνδρα – αγοριού που μολις μπήκε σε μαγαζί με ζαχαρωτά.  Γιατί; Για την ικανότητα να τραγουδάει ερωτικούς στίχους και κάθε γυναίκα να νομίζει πως τις εκμυστηρεύεται σ’ αυτήν!

Με το θεατρικό του πάθος να υπογραμμίζει τις λέξεις σε κάθε στίχο, με το ιδιαίτερο ηχόχρωμα, με τη συμπεριφορά εκείνη των ανδρών που κάνουν χειροφίλημα, σηκώνονται όταν μπαίνει γυναίκα στον χώρο, ξέρουν πως κατεβαίνουν πρώτοι και ανεβαίνουν δεύτεροι όταν συνοδεύουν κυρία, τις σκάλες, με την ίδια ευγένεια σε όλες, άσχετα από κοινωνική τάξη ή εργασία. Όρθιος σηκώνεται στο καμαρίνι του μόλις με βλέπει. Φορεί δερμάτινο καφέ μπουφάν και στην ίδια απόχρωση ζιβάγκο πουλόβερ. Το κοστούμι –πάντα κουμπωμένο!- περιμένει για την εμφάνιση στην σκηνή σαν θεατρικό ρούχο, σαν εμβληματική φορεσιά για στέψη…

-«Δε μ αγαπάς πια; Κάποτε έπαιρνες το αεροπλάνο με τον καλό σου και ερχόσουν να μ ακούσεις στην Θεσσαλονίκη», μου λέει και βεβαία το περιμένω γιατί είμαι μυημένη στα σαγηνευτικά του, όσα χρόνια κι αν περάσουν από πάνω του –και από πάνω μου!

–«Και στην άκρη της γης, έρχομαι! Άλλωστε από μικρή έλεγα πως άμα μεγαλώσω θα παντρευτώ τον Βοσκόπουλο! Με πρόλαβε η Γκερέκου!».

–«Ποτέ δεν είναι αργά» γελάει!

Έρχεται πάντα, τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν την εμφάνιση του στο χώρο του. Ετοιμάζεται. Συγκεντρώνεται. Δεν θέλει κανέναν κοντά του. Μου κάνει τιμή και εξαίρεση. Ένας φίλος, με ακαδημαϊκή ενόχληση, φανατικός θαυμαστής του, μου έλεγε να μην ξαναγράψω το ο «δικός μας Φρανκ Σινάτρα» γιατί έχει αξία που δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί από κάποιον ξένο. Ο Βοσκόπουλος γελάει. «Πες του, δεν πειράζει» γελάει ξανά με διάθεση πειραχτική, «ξέρεις γιατί μου το κόλλησαν αυτό; Γιατί εκείνος ήταν ηλικιωμένος και εγώ παιδί»! 

Ο Τόλης Βοσκόπουλος ως άρχοντας δεν έχει πάνω του ίχνος μεμψιμοιρίας, μιζέριας, γκρίνιας. Αντίθετα τον βλέπεις και λες πως τίποτα μα τίποτα δεν τον βασανίζει, ποτέ και για κανέναν λόγο! Γιατί στα επίθετα που προηγούνται του ονόματος του θα έπρεπε να μπει με μεγάλα, μπολντ γράμματα το «αξιοπρεπής» πάνω και πριν απ όλα τα άλλα. Μες στο πλαίσιο αυτής την αντρίκιας, αρχοντικής, αξιοπρεπούς στάσης του στη ζωή, ο Βοσκόπουλος αποφάσισε πως δε θα δώσει πότε ξανά σε συνέντευξη. Όχι γιατί δεν τιμά και δεν υπολογίζει τους δημοσιογράφους, αλλά γιατί προστατεύεται απ την χυδαιότητα, την αδιακρισία, την φτήνια, την αγένεια των καιρών. «Μα οι άνδρες δε μιλούν πολύ! Δεν τα πάμε;». Φυσικά και τα πάμε και μακριά από μένα η αδιακρισία…

… Χρόνια συζήτησης. Φιλικές. Κανονικές. Της παρέας. Της επαφής. Ίδιος με όλους. Από πρόεδρους δημοκρατίας και πάμπλουτους κροίσους σε όλο τον κόσμο. Κάποια στιγμή έγραφε την αυτοβιογραφία του. Είναι απολαυστικός ο τρόπος που διηγείται στιγμές από υπεροχές συναντήσεις. Πετάγεται όρθιος, χειρονομεί, μιμείται κινήσεις και φωνές άλλων. Γίνεται ο Διονυσίου, η Βρανά, ο Πάριος. Και κάποτε θυμάται και κάνει μεγάλες παύσεις για τη  ζωή που ξεκίνησε ως ασπρόμαυρη ταινία, δίπλα στη θάλασσα, στα χαμηλά σπίτια του Πειραιά, στη σκιά των μεγάλων καραβιών, στις αλάνες που παιδιά έπαιζαν μπάλα με κόκκινες φανέλες, που η ζωή, με ελάχιστα χαμόγελα, μέτραγε μπέσα, τιμή, φιλότιμο στις πενιές του μπουζουκιού. Κοκκινιά. 26 Ιουλίου του 1936.

Είναι η 12η γέννα της μάνας και το πρώτο αγόρι. Μεγαλώνει χαϊδεμένος, όλο προσοχή από τόσες γυναίκες. Ίσως για αυτό θα συνεχίσει σε όλη του ζωή να ‘ναι αγαπημένος των θηλυκών. Και να αγαπάει και ο ίδιος!

Στην πίστα απάνω τιμά τους μουσικούς τους. Τον βλέπω να προσηλώνεται και αφιερώνεται στον λαϊκό  βιολιστή του, που είναι πιο βιρτουόζος από αντίστοιχους στις σπουδαιότερες φιλαρμονικές του κόσμου. Και μετά βουρκώνει, αφοσιωμένος στο να θαυμάζει τον νεαρό άνδρα που γλιστράει τις νότες στα τέλια του μπουζουκιού. Πως αλλιώς;  Ένα μπουζούκι, ήταν αυτό, που ζητούσε πάντα από τον πατέρα του. Το προτιμούσε και από ποδήλατο. Μετά από πολλά παρακάλια και παιδικούς εκβιασμούς το πηρέ στα χέρια του. Ο Πειραιάς όλο εικόνες και χρώματα και κόσμος στις αυλές όπου η δηκτικότητα χάνεται στη γειτονιά, έγινε το υλικό του. Ώσπου να βγει στο θέατρο πρώτα, το 1968.

Ένα απόγευμα, στη βεράντα του σπιτιού που μένει με ενοίκιο, στη Γλυφάδα, στο περιθώριο μιας φωτογράφησης, θυμόταν τα χρόνια, που στα αθηναϊκά, μουσικά θέατρα οι παραστάσεις άρχιζαν από το μεσημέρι. Μιλούσε για την Ντιριντάουα και την εκρηκτική Σπεράντζα Βρανά, που έρχονταν οι φαντάροι να την δουν στην πρώτη παράσταση και βόγκαγε με το που εμφανιζόταν η πλατεία. Μετά οι καθαρίστριες λέει, έπιαναν δουλειά γιατί οι φαντάροι έδειχναν έμπρακτα, χειροπιαστά και με ενθουσιασμό το θαυμασμό τους. Περοκέ. Ακροπόλ. Σινεμά. Είναι η εποχή με τις δακρύβρεχτες ταινίες, με τα φτωχόπαιδα, τα χαμένα αδέλφια που ερωτεύονται, τις πλούσιες κακές γυναίκες, που θέλουν να εκμεταλλευτούν τα ρωμαλέα αθώα αγόρια της εργατιάς. Γίνεται ο πιο αγαπημένος.

Το 1968 θα έρθει η απογείωση. «…Η καρδιά μου πληγωμένη, σαν καμπάνα ραγισμένη, μυστικά με βασανίζει με μανία η ζωή πριν μας χωρίσει, προσπαθώ να βρω μια λύση… αγωνία… αγωνία. Αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι, αγωνία δυστυχώς να σε μοιράζομαι…». Ζαμπέτας, Βασιλειάδης και «Τσάντας» και ο Τόλης Βοσκόπουλος να συγκλονίζει τα κορίτσια της εποχής. Μέσα σε λίγες μέρες το δισκάκι ξεπερνά τις 300.000 πωλήσεις. Οι γυναίκες εμφανίζουν συμπτώματα πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της μετρημένης, χαμηλοβλεπούσας Ελλάδας. Υστερίες. Παραφορές. Ουρλιαχτά. Λατρεία. Και οι άνδρες όμως αγαπάνε το ποσό κύριος είναι. Ίσως και ας μη το συμμεριζόμαστε προσωπικά, να μην ήταν η μεγαλύτερη φωνή της εποχής του. Όμως σπουδαιότερος ερμηνευτής δεν υπήρξε!

Ο Γιώργος Ζαμπέτας έδωσε το μέγεθος της σκηνικής τους δύναμης λέγοντας: «ο Τόλης είναι γεννημένος θεατρίνος. Ανεβαίνει στην πίστα και την καταπίνει όλη. Γιατί η πίστα όταν ανεβαίνει σου λέει, φάε με για θα σε φάω. Να ξηγιόμαστε! Μεγάλος εργάτης ο Βοσκόπουλος, ο μεγαλύτερος». Το αγόρι, πια, από την Κοκκινιά έχει πάρει τον χωματόδρομο με τα πόδια και πια βρίσκεται λουσμένο στα φώτα. Όταν ο Βοσκόπουλος συναντήθηκε με τον Διονυσίου  η επιτυχία μένει ιστορική.

Κάποιο απόγευμα, που και οι δυο τους βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, λένε να πάνε να παίξουν μπιλιάρδο! Είναι στα «σφεριστήρια» η νεολαία τότε και οι δυο τους είναι κομμάτια της. Σε λίγα λεπτά έξω από το μπιλιαρδάδικο έχουν μαζευτεί 17.000 θαυμαστές, που θέλουν να τους δουν από κοντά και σταματάει η κυκλοφορία. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Τόλης θα γράψει για τον Διονυσίου, το πιο τζαζ ελληνικό τραγούδι που έγινε πότε, το «ξεφυλλίζοντας απόψε τα όνειρά μου, να περάσει όπως όπως η βραδιά μου, στη δική σου τη σελίδα σταμάτησα και θυμήθηκα για σένανε πως δάκρυσα…».

Στο Baraonda πια γίνεται χαμός. Ο Βοσκόπουλος σε μια πίστα φτιαγμένη να μπαίνει ανάμεσα απ το κοινό μετράει διαχρονικές επιτυχίες. «Δυο καρδιές», «Το φεγγάρι πανωθε μου», «Μα εγώ αγαπώ μία», «Και εσύ θα φύγεις», «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι», «Οι άντρες δε μιλούν πολύ», «Άιντε στην υγειά της», «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά», «Ανεπανάληπτος», «Πριν χαθεί το όνειρο μας», «Της Χελιδονούς το ρέμα», «Τσιγγάνα για χατίρι σου», «Ψύλλοι στα αφτιά μου», «Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή» και πόσα άλλα, πάνω από 400 τραγούδια και όλα αγαπημένα, ακόμα και από κείνους, που δεν λάτρεψαν τον Βοσκόπουλο. Γιατί ο Βοσκόπουλος, αμφισβητήθηκε πολύ. Όμως τι είδωλο θα ‘ταν αν δεν είχε παράφορες και ακραίες τόσο αγάπες, όσο και αντιπάθειες;

Τραγουδά στο Baraoda για όλες τις γυναίκες κι ανάμεσα τους, η βασίλισσα του η «μια γυναίκα, μια αγάπη, μια ζωή». Η Άντζελα Γκερέκου. Η όμορφη Κερκυραία αρχιτέκτων, πρωταγωνίστρια, βουλευτής και υπουργός Τουρισμού στο παρελθόν, γνωρίστηκε με τον Τόλη Βοσκόπουλο, από κοινό τους φίλο, στο μέρος που εκείνος που τραγούδησε. Ο έρωτας αλλά και ο γάμος ήταν κεραυνοβόλος. «Ορκίζομαι να σε αγαπάω στην υπόλοιπη ζωή μου», της είπε λίγο πριν παντρευτούν, τον Αύγουστο του 1996 με κουμπάρο τον Τέρενς Κουίκ. Στον δικό της όρκο, η Άντζελα Γκερέκου του είπε: «κι εγώ ορκίζομαι, να σε προσέχω σαν τα μάτια μου». Εκτός απ την γυναίκα του, τη σύζυγο του, την Γκερεκου που την πρώτη φορά που την είδε ένιωσε να σταματάει ακόμα και «ο αγέρας γύρω της» και να κινείται προς το μέρος του ένας «αίλουρος», ο Τόλης Βοσκόπουλος, δε εκθέτει κυρίες, δε μιλά για το παρελθόν, δεν καυχιέται για κατακτήσεις, δεν μετρά την αγάπη με ερωτικές επιδόσεις. Αυτά όλα δεν είναι όχι για πρίγκιπες, αλλά ούτε καν για άνδρες.

«Σ αυτόν τον χώρο τον πολιτισμένο, που μου έκανε την τιμή ο κύριος Σταθοκωστόπουλος να τον φτιάξει στα δικά μου μέτρα, τελειώνουμε νωρίς και όχι ξημερώματα. Να κοιμόμαστε κιόλας ε;» μου έχει πριν. Είναι 3 το πρωί και τραγουδάει ακούραστος, φλερτάροντας ευγενικά τις κυρίες –η Άντζελα δεν ήταν εκεί, αλλά στην Κέρκυρα με την Μαρία! Πάνω πέντε δεκαετίες είναι ο «μοναδικός σταρ που έβγαλε η Ελλάδα στο τραγούδι» όπως έχει ο Γιάννης Πάριος. Και συνεχίζει έτσι. Και παρασύρει, ενώ η Αθήνα ξημερώνει στολισμένη ακόμα απ τις γιορτές και παγωμένη, καλώντας μας: «Χόρεψε μαζί μου τώρα, στου καημού την άκρη. Πιες απόψε τη ζωή μου και αγάπα με. Χόρεψε για δυο αγάπες και μια χούφτα δάκρυ. Έχουμε πολλά να πούμε που δεν τα ‘παμε…»…

http://kourdistoportocali.com/magazine/i-aleksandra-tsolka-gia-ton-prigkipa-pou-tragoudaei-akoma/



     style="display:inline-block;width:250px;height:250px"
     data-ad-client="ca-pub-9897597435333950"
     data-ad-slot="5336220628">