«Καλώς ήρθατε στην κόλαση»

wpid-wp-1470116311639.jpeg

Επτά χρόνια μετά την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων κι ενώ οι διοργανωτές υπόσχονται μια ασφαλή πόλη για όλους, το Ρίο αποδεικνύεται πιο επικίνδυνο από ποτέ, κυρίως για τους πολίτες του. Λίγες ημέρες προτού τα φώτα όλου του κόσμου στραφούν στο Ρίο και 45 αρχηγοί κρατών παραβρεθούν στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016, στους οποίους θα συμμετάσχουν περισσότεροι από 12.000 αθλητές, η Διεθνής Αμνηστία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και ζητά μέσω καμπάνιας να σταματήσει η αστυνομική βία και να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των φτωχότερων στρωμάτων της βραζιλιάνικης κοινωνίας.

Την ώρα που το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) καταγγέλλει ότι μόνο το 2015 αυτοί που υποτίθεται πως προστατεύουν τους πολίτες έχουν σκοτώσει περισσότερους από 645 ανθρώπους –ανάμεσά τους και παιδιά– η Διεθνής Αμνηστία φέρνει στο φως της δημοσιότητας τη σκοτεινή, θανατηφόρα πλευρά της πόλης, που θυσιάζει και ανθρώπους στον βωμό του εξευγενισμού. Με την προολυμπιακή «κληρονομιά» να ανέρχεται σε τουλάχιστον 2.500 δολοφονημένους μόνο στο Ρίο, τα στοιχεία κάνουν λόγο για τουλάχιστον 3.022 νεκρούς σε όλη τη χώρα μόνο το 2014.

Τα ποσοστά είναι δηλωτικά. Σύμφωνα με τον Ετήσιο Κατάλογο της Δημόσιας Ασφάλειας, τη χρονιά που δώδεκα πόλεις της Βραζιλίας φιλοξένησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου οι θάνατοι που οφείλονταν σε ενέργειες των δυνάμεων καταστολής αυξήθηκαν κατά 37% σε όλη τη χώρα συγκριτικά με το 2013 και ανήλθαν σε +57,2% στο Σάο Πάουλο και σε +40,4% στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Πίσω από τη βιτρίνα

Η «δημόσια ασφάλεια» εδραιώθηκε πάνω από τις φαβέλες, ολόκληρες περιοχές που βαφτίστηκαν κατεδαφιστέες στο πλαίσιο του σχεδίου ανάπτυξης. Οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων εκδιώχθηκαν, αφού δεν ταίριαζαν στη νέα λαμπερή βιτρίνα της παγκόσμιας πόλης, που κόστισε περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια, χρήματα που ουδέποτε δαπανήθηκαν για τη στοιχειώδη πρόσβαση του βραζιλιάνικου λαού σε κοινωνικά αγαθά. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας δεν έμειναν αναπάντητες.

Το κράτος ήταν τόσο απασχολημένο με τις προετοιμασίες για τη φιλοξενία του Παγκοσμίου Κυπέλλου και των Ολυμπιακών του Ρίο, που οι χιλιάδες φτωχοί που έμεναν άστεγοι από τις φαβέλες εξαιτίας της μετεγκατάστασης αποτελούσαν μάλλον λεπτομέρεια. Οι αναμενόμενες εντάσεις –αποτέλεσμα της φτώχειας και της καταπίεσης– λύθηκαν με τα όπλα, στο όνομα του μηχανισμού που είναι επιφορτισμένος με την αποτροπή του κινδύνου.

Η Διεθνής Αμνηστία συλλέγει υπογραφές (Δείτε εδώ). Μεταξύ άλλων, ζητά να επιρριφθούν ευθύνες για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αστυνομία, να ξεκινήσουν έρευνες για να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι για τις δολοφονίες και να δοθούν αποζημιώσεις στις οικογένειες των χιλιάδων θυμάτων.
Νεκροί «πρωταθλητές»

Η «αξία» της ανθρώπινης ζωής είχε αποτιμηθεί χρόνια πριν σφυρίξει ο Γουίτσι Νισιμούρα τον αγώνα Βραζιλία–Κροατία στο γήπεδο Arena de Sao Paulo. Τα αλλεπάλληλα εργατικά ατυχήματα, τα οποία ο Πελέ χαρακτήρισε φυσιολογικά, ξεσήκωσαν τους εργάτες στα εργοτάξια. Βραζιλιάνοι και φτωχοί μετανάστες από τη Νότια Αμερική και την Καραϊβική ξεχύθηκαν στους δρόμους διεκδικώντας καλύτερα μεροκάματα, έχοντας στο πλευρό τους εκατομμύρια Βραζιλιάνους που δεν άντεξαν τις κοινωνικές ανισότητες. Τα στάδια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που ήταν εξαρχής ενταγμένα και στους Ολυμπιακούς, έχουν βαφτεί με το αίμα πολλών εργατών. Οι θυσίες αυτές αλλά και το κόστος της διοργάνωσης ξεσήκωσαν ένα πρωτοφανές κίνημα διαμαρτυρίας, παρά το γεγονός ότι στη χώρα αυτή το ποδόσφαιρο αποτελεί θρησκεία.

Συνολικός απολογισμός των εργατικών δυστυχημάτων δεν υπάρχει. Μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις. Άλλωστε, ουδείς γνωρίζει πόσοι από τους θανάτους που επήλθαν «λόγω καρδιάς» οφείλονταν στα εξοντωτικά ωράρια εργασίας από Κυριακή σε Κυριακή.

Το πρώτο εργατικό δυστύχημα καταγράφηκε στις 11 Ιουνίου 2012, όταν ένας εργάτης έπεσε στο κενό από ύψος 30 μέτρων στο Brazilia National Stadium. Μέσα σε περίπου έναν μήνα οι νεκροί είχαν φτάσει τους εννιά. Το ένατο θύμα προστέθηκε στον κατάλογο την ημέρα που η πρώην πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ επισκεπτόταν το γήπεδο της Κορίνθιανς. Ήταν ένας 32χρονος που έχασε τη ζωή του από ηλεκτροπληξία στο στάδιο Pantanal, στην πόλη Κουιαμπά.

Το ίδιο θλιβερό σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Τον Μάρτιο του 2013 ένας 49χρονος έπεσε από ύψος πέντε μέτρων. Μετά από μάχη να κρατηθεί στη ζωή, απεβίωσε. Ακολούθησαν κι άλλοι εργάτες. Ο θάνατος ενός εξ αυτών οδήγησε μάλιστα –με εντολή του εισαγγελέα– στην προσωρινή διακοπή εργασιών. Τα αποτελέσματα της έρευνας για το αν η κατασκευαστική είχε παραβιάσει τους κανόνες ασφαλείας προφανή, αλλά άγνωστα. Λίγες ημέρες αργότερα το υπουργείο Εργασίας ενέκρινε την επανέναρξη των εργασιών, επειδή το στάδιο «έπρεπε να είναι έτοιμο για τον εναρκτήριο αγώνα του Κυπέλλου».


Πηγή