Category Archives: ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Μελισσάνθη 1907 – 1990

7651043648_b7c9741c92_b

Ελληνίδα ποιήτρια, από τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της υπαρξιακής ποίησης στην Ελλάδα.

Η Ήβη Κούγια, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 7 Απριλίου 1907 στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλικά στο Γαλλικό Ινστιτούτο με καθηγητή τον Οκτάβιο Μερλιέ, ο οποίος την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με την ποίηση. Σπούδασε ακόμη, γερμανικά, αγγλικά, μουσική και μελέτησε φιλοσοφία.

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια γαλλικών, ενώ υπήρξε συνεργάτιδα του λογοτεχνικού προγράμματος του ΕΙΡ από το 1945 έως το 1955, από το οποίο παρουσίαζε ελληνική και ξένη ποίηση, δικές της εργασίες και θεατρικές διασκευές. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό (βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος) και συγγραφέα φιλοσοφικών δοκιμίων.

Στη λογοτεχνία εμφανίσθηκε το 1930 με την ποιητή συλλογή «Φωνές Εντόμου». Ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η ποιητική συλλογή «Προφητείες», η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς και την καθιέρωσε ως ποιήτρια. Σε μία συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία (31/12/1976) η Μελισσάνθη αποκάλυψε το πώς ξεκίνησε την ενασχόλησή της με την ποίηση:

Οι ερεθισμοί οι δικοί μου ξεκίνησαν από προβλήματα υπαρξιακά, από την οδυνηρή επαφή μου με τον κόσμο και όπως μου άρεσε η ποίηση βρήκαν διέξοδο σ” αυτήν. Οι συγκρούσεις με το περιβάλλον πρώτα πρώτα. Ένας νέος άνθρωπος σ” έναν κόσμο φτιαγμένο από τους άλλους, που του είναι αδύνατο να τον παραδεχτεί. Αρχίζει τότε μια πάλη που είτε είναι εξωτερική, στήθος με στήθος, είτε εσωτερική, να εξηγήσει και να παραδεχτεί το σκληρό παιχνίδι που παίζεται γύρω μου. Η δεύτερη αυτή πάλη γίνεται πιο σκληρή όταν αισθάνεσαι την αδυναμία σου να δράσεις εξωτερικά.

Η Μελισσάνθη τιμήθηκε με το Β” και το Α” Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1966 και 1976) και με το ποιητικό βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1976). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, ΗΠΑ, Καναδά, Μεξικό, Ρουμανία, Πολωνία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και έχουν περιληφθεί σε συνολικά 26 ξένες ανθολογίες.

Ο θρησκευτικός και υπαρξιακός χαρακτήρας στάθηκαν από την αρχή τα κύρια γνωρίσματα του έργου της Μελισσάνθης, ενός έργου άνισου στο σύνολό του, τόσο από την άποψη της γραφής όσο και από την άποψη της ποιότητας, προ πάντων στις προ του 1950 ποιητικές της συλλογές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών.

Η ποίησή της εκτιμάτο από μεγάλη μερίδα του λογοτεχνικού κόσμου της εποχής της. «Φαινόμενο που πραγματικά αγγίζει το θαύμα», την έχει αποκαλέσει ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. Ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Ιωάννης Γρυπάρης την παραλληλίζει με τον Γκαίτε, ενώ ο κριτικός της λογοτεχνίας Μάρκος Αυγέρης σημειώνει ότι η ποίησή της «και σαν αίσθηση και σαν ποίηση και στους τόνους και στην έκφραση είναι ολότελα μοντέρνα, βυθίζεται ολόκληρη μέσα στη σημερινή αισθαντικότητα και όπως αναζητά την πνευματική γεύση του κόσμου συναντά τους ίδιους πανάρχαιους δρόμους της πνευματικής ηδονής ενώνοντας “τα εγγύς και τα άπω”».

Η Ήβη Κούγια-Δασκαλάκη πέθανε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1990.

Εργογραφία

Ποίηση

  • Φωνές εντόμου («Αντωνόπουλος», 1930)
  • Προφητείες (1931)
  • Η Φλεγόμενη βάτος(1935)
  • Γυρισμός του Ασώτου (1936)
  • Ωσαννά και Οραματισμός (« Αντωνόπουλος», 1939)
  • Λυρική Εξομολόγηση (1945)
  • Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας (1950)
  • Ανθρώπινο Σχήμα («Δίφρος», 1961)
  • Το Φράγμα της Σιωπής («Δίφρος», 1965)
  • Εκλογή (1965)
  • Μικρή εκλογή 1930-1961 (1970)
  • Εκλογή 1961-1965 (1970)
  • Εκλογή 1961-1977 (1979)
  • Τα Νέα Ποιήματα 1974-1982 («Πρόσπερος», 1982)

Δοκίμιο

  • Νύξεις («Ρωντάς», 1985)

Παιδική λογοτεχνία

  • Ο μικρός αδελφός (1960)
  • Με τους αρχαίους θεούς («Ευρωεκδοτική», 1985)

Μεταφράσεις

  • Πιέρ Γκαρνιέ: Εκλογή («Δίφρος»,1965)
  • Έμιλυ Ντίκινσον: Ποιήματα («Η μικρή Εγνατία», 1980)
  • Πολ Βαλερί: Χορός και Ψυχή («Διάττων», 1988)

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

  • Εκλογή. 1930-1950 (1965)
  • Τα Ποιήματα της Μελισσάνθης 1930-1974 (« Οι εκδόσεις των Φίλων», 1975)
  • Οδοιπορικό 1930-1984 («Καστανιώτης», 1986)

Είπε…

Για την ελληνική ποίηση…

Το γεγονός και μόνο ότι έχουμε στην κορυφή έναν-δύο παγκόσμια αναγνωρισμένους ποιητές σημαίνει ότι έχουμε ένα πολύ σημαντικό υπόστρωμα. Πιστεύω ότι η ελληνική ποίηση όχι μόνο στέκεται δίπλα στην ευρωπαϊκή αλλά και προπορεύεται σε ποιότητα, προβληματισμό και θεματικό πλούτο.

Για την σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την ποίηση…

Από μια διαίσθηση, ίσως να βρει το καθαρό του βλέμμα που έχει χάσει στη σκληρή κερδοσκοπική κοινωνία που ζούμε, να δει τα πράγματα στην ιερότητα και στην αγνότητά τους. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το «τερατώδες» της εποχής μας είναι γέννημα της χρησιμοθηρικής αντίληψης του κόσμου που είναι ταυτόσημη με το πνεύμα της στυγνής εκμετάλλευσης σ” όλα τα πεδία.«Και να λοιπόν, που σε μια εποχή πέρα για πέρα χρησιμοθηρική, ψυχρά ωφελιμιστική και απάνθρωπη, οι νέοι άνθρωποι του τόπου μας αρχίζουν ν” αποζητούν αυτό που φαίνεται λιγότερο χρήσιμο: την ποίηση και τον ποιητή! Μέσα σ” έναν κόσμο θωρακισμένο, οικοδομημένο πάνω στην υλική δύναμη , ο ποιητής -αυτός ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος του πλανήτη- μαθαίνει ξαφνικά ότι τον χρειάζονται. Κι αυτό είναι πολύ πολύ συγκινητικό.

Για την σωτηρία του ανθρώπου…

Ο κόσμος επιζεί από την ισορροπία. Αν υπάρχει κάποια πάλη σήμερα μεταξύ καλού και κακού, φαίνεται ότι υπερισχύει το κακό. Πιστεύω όμως πως όπως σ” έναν άρρωστο οργανισμό δημιουργούνται αντίθετες δυνάμεις που τον βοηθάνε να επιζήσει, έτσι θα βρεθούνε δυνάμεις τέτοιες που δεν θ” αφήσουν τον κόσμο να καταστραφεί. Πιστεύω ότι από τον άνθρωπο πάλι θα “ρθει η σωτηρία. Η σωτηρία αυτή θα μπορούσε να “ρθει και τώρα αν σε μεγάλο ποσοστό οι άνθρωπο έπαυαν να συντηρούν το κακό…Αυτό το κακό που συμβαίνει στην καταναλωτική κοινωνία, η μανία που μας έχει πιάσει όλους ν” αποκτήσουμε πράγματα περιττά και άχρηστα. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, όπως το συνειδητοποίησαν κάποτε οι χίπις, που δεν έκαναν όμως μια πλήρη επανάσταση, θα μπορούσαν ν” αλλάξουν πολλά πράγματα.

Για την ποίησή της…

Μιλάω έμμεσα, με σύμβολα, αλληγορικά. Θα πρέπει ίσως να σας πω εγώ η ίδια ότι κάποιο ποίημά μου είναι εμπνευσμένο από την Κατοχή ή το Πολυτεχνείο για να το καταλάβετε. Βλέπω το δράμα το ανθρώπινο διαχρονικά. Δεν μ” ενδιαφέρει να κάνω δημαγωγία. Δεν μου αρέσουν οι αφορισμοί, το κάθε τι που δικαιώνεται σαν ποιητικός λόγος είναι δεκτό. Μιλάω για τη δική μου ποίηση. Δεν έχω κλειστεί σε κανέναν πύργο. Κλείνεται κανένας σ” έναν πύργο όταν έχει κλειστεί σε μια ιδεολογία. Αυτός μένει αμετακίνητος. Στο μόνο που μένω αμετακίνητη είναι η πίστη μου στον άνθρωπο. Δεν είναι μια ιδεολογία, είναι μια βαθιά πεποίθηση που βγαίνει υπαρξιακά από μέσα μου.

Για την Αθήνα…

Καμία ίσως πόλη του κόσμου δεν αντικατοπτρίζει την κόλαση του σημερινού κόσμου όσο η Αθήνα!

Περί Πηγών…

Άκης Πάνου 1933 – 2000

7651043648_b7c9741c92_b

Διακεκριμένος λαϊκός συνθέτης και στιχουργός. Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1933 στην Καλλιθέα και το πλήρες όνομά του ήταν Αθανάσιος – Δημήτριος Πάνου. Προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια -είχε δύο αδερφούς και μια αδερφή- και ο πατέρας του ήταν γραμματέας στο 15o Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Με τη μουσική τον έφεραν σε επαφή η μητέρα του και ο μεγαλύτερος αδελφός του. Ήταν μόλις 9 ετών όταν άρχισε να δουλεύει σε ταβέρνες, ενώ στα 13 του βρέθηκε να παίζει και να τραγουδά τα Σαββατοκύριακα πλάι στον Γιάννη Σταματίου, τον περίφημο «Σπόρο». Στα 17 του το “σκασε από το σπίτι για να παντρευτεί την εφ” όρου ζωής πιστότατη Δήμητρα, που πάντως τη χώρισε για να παντρευτεί την Άννα, μητέρα των τεσσάρων παιδιών του. Μιλούσε πάντα στους γονείς του στον πληθυντικό και αυτό απαιτούσε και από τα παιδιά του.

Το επίπεδο των γραμματικών του γνώσεων περιορίστηκε στην ανάγνωση και τη γραφή. Μέχρι τα 20 χρόνια του άλλαξε πολλές δουλειές για να βγάλει το ψωμί του. Πουλούσε στις γειτονιές τσιγάρα και κουλούρια, εργάσθηκε σε εργοστάσιο βερνικιών και αργότερα δούλεψε βοηθός μηχανικού κι εργάτης λιθογραφείου.

Καλλιθέα, Δάφνη, Πετράλωνα, Αη-Γιάννης Ρέντης, ήταν μερικές απ” τις περιοχές που εμφανίστηκε ως μουσικός. Σε στούντιο ηχογράφησης πρωτομπήκε το 1950, παίζοντας μπαγλαμά. Οκτώ χρόνια αργότερα κατέβηκε από το πάλκο και άρχισε το έργο του ως συνθέτης. Το πρώτο του τραγούδι στη δισκογραφία ήταν «Το παιδί που απόψε πίνει» (1958), σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη, με τη φωνή της Καίτης Γκρέυ. Πέρασε σχεδόν απαρατήρητο και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν χαρακτηρίστηκαν από κάποια ιδιαίτερη δραστηριοποίησή του.

Άκης Πάνου – Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Το 1967 ηχογραφείται το τραγούδι του «Θα κλείσω τα μάτια» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Χαρούλα Λαμπράκη. Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε για μόλις 15 ημέρες, καθώς «κόπηκε» από τη λογοκρισία της Χούντας. Τρία χρόνια αργότερα, η Βίκυ Μοσχολιού ερμηνεύει το ίδιο τραγούδι με «πολιτικά ορθούς» στίχους και σηματοδοτεί την αφετηρία για την πιο δημιουργική δεκαετία στην καριέρα του Άκη Πάνου. Έκτοτε, οι επιτυχίες είναι αλλεπάλληλες, µε τους Γρηγόρη Μπιθικώτση, Στράτο Διονυσίου, Μιχάλη Μενιδιάτη, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ, Βίκυ Μοσχολιού, Μαρινέλλα, Δημήτρη Μητροπάνο, Τόλη Βοσκόπουλο κ.ά. να ερμηνεύουν τραγούδια του, κυρίως ερωτικά.

Το 1973 κάνει την πρώτη του υπέρβαση. Μπαίνει στο στούντιο μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη για έναν μεγάλο δίσκο και το ομότιτλο τραγούδι «Η ζωή μου όλη» γράφει ιστορία. Τρία χρόνια αργότερα συνεργάζεται με τον Μανώλη Μητσιά και ο «Τρελός» γίνεται ανεπανάληπτο σουξέ. Ο εμπορικότερος δίσκος του, όμως, έρχεται το 1982, όταν με ερμηνευτεί τον Γιώργο Νταλάρα ηχογραφεί το «Θέλω να τα πω» («Θέλω να τα πω», «Εφτά νομά σ” ένα δωμά» κ.ά.) και ξεσηκώνει την Ελλάδα.

Την αμέσως επόμενη χρονιά κυκλοφορεί ο δίσκος «Αφιερωμένο εξαιρετικά» με τα Παιδιά από την Πάτρα. Το τραγούδι του «Δε θέλω τη συμπόνια κανενός» γίνεται μεγάλη επιτυχία, αλλά ο Άκης Πάνου διαμαρτύρεται πως πήρε πενταροδεκάρες. Έρχεται σε σύγκρουση με τις δισκογραφικές εταιρίες και τις κατηγορεί ότι εκμεταλλεύονται τους καλλιτέχνες γενικότερα, αλλά και τον ίδιο ειδικότερα. Έπειτα από πολλά επεισόδια, η συνεργασία τους διακόπτεται και το 1986 αποσύρεται με την οικογένειά του στην Ξάνθη.

Αποφασίζει να ξανανέβει στο πάλκο για μόνο δύο δεκαπενθήμερα: το 1989 στο «Επειγόντως» και το 1994 στα «9/8». Εκεί στήνει το πάλκο σε δύο σειρές. Μπροστά οι μουσικοί, πίσω οι τραγουδιστές, ενδεικτικό της νοοτροπίας του περί υποδεέστερης θέσης των ερμηνευτών έναντι των μουσικών.

Από την προσαγωγή του στη δίκη

Την 1η Αυγούστου 1997 ο Άκης Πάνου συγκλονίζει την κοινή γνώμη, όταν πυροβολεί και σκοτώνει στη Λεύκη Ξάνθης τον 30χρονο Σωτήρη Γιαλαμά, μην εγκρίνοντας την ερωτική σχέση που διατηρούσε με τη 19χρονη κόρη του Ελευθερία. Τον Μάρτιο του 1998 οδηγείται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Καβάλας. «Όλα έγιναν σε μια κακιά στιγμή. Αναλαμβάνω τις ευθύνες μου…» δηλώνει στην απολογία του.

Στις 23 Μαρτίου 1998 ο Άκης Πάνου κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Δεν του αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό, ούτε της πολιτισμικής προσφοράς, επειδή σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου «ο κατηγορούμενος δεν πρόσφερε και ιδιαίτερα στα πολιτισμικά πράγματα του τόπου», ούτε και του πρότερου έντιμου βίου, επειδή κατείχε παράνομα στο σπίτι του δύο όπλα και επειδή, χωρίς να έχει χωρίσει από την πρώτη του γυναίκα, είχε εν γνώσει της δημιουργήσει οικογένεια με την Άννα Μπακιρτζή.

Μετά την καταδίκη του, οδηγήθηκε στις φυλακές Κομοτηνής και αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού. Στις 7 Απριλίου 1999 το Α” Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά διέταξε πεντάμηνη αναστολή της ποινής του, λόγω προβλημάτων υγείας. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, στις 7 Απριλίου 2000, άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 67 ετών, νικημένος από τον καρκίνο.

Ο Άκης Πάνου δισκογράφησε περίπου 200 τραγούδια, ενώ πάνω από 800 έμειναν στο συρτάρι του. Στις μεγάλες επιτυχίες του συγκαταλέγονται: «Η πιο μεγάλη ώρα», «Η ζωή μου όλη», «Ρολόι-Κομπολόι», «Νά “χα το κουράγιο», «Στον σταθμό του Μονάχου», «Αχαριστία», «Tου Κόσμου το περίγελο», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Είδα τα μάτια σου κλαμμένα», «Θα κλείσω τα μάτια», «Παράνομη αγάπη», «Ασφαλώς και δεν πρέπει», «Γιατί κακούργα πεθερά», «Και τί δεν κάνω», «Εγώ καλά σου τά “λεγα», «Ήταν ψεύτικα», «Για κοίτα με στα μάτια», «Χαροκόπου», «Θέλω να τα πω», «Εφτά νομά σ” ένα δωμά», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Τρελός», «Παρόν», «Ήταν όλα ψεύτικα», «Πήρα απ” το χέρι σου νερό», «Δεν θέλω τη συμπόνοια κανενός» κ.ά.

Περί Πηγών…

Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922 – 2005

7651043648_b7c9741c92_b

Ο σερ του ελληνικού πενταγράμμου, όπως χαρακτηρίστηκε, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922 στο Περιστέρι. Πρωτότοκος ήταν ο Χρήστος και ακολουθούσαν η Κοντιλιώ, ο Γιώργος, ο Κώστας και τελευταίος ο Γρηγόρης. Φτωχή οικογένεια, πάλευαν να τα βγάλουν πέρα. Μέσα στη θύελλα του ’40 τα αδέλφια του έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία.

Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ” ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν” ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ” ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.

Το 1948 γνωρίστηκε εντελώς τυχαία με τον Μίκη Θεοδωράκη στην Κερατέα. Εκεί σταμάτησε ένα καμιόνι, που μετέφερε κρατουμένους στο Λαύριο για να οδηγηθούν στη Μακρόνησο. Υπήρχε μια βρύση κι ένας στρατιώτης γέμισε το παγούρι του και τους έδωσε νερό να πιουν. Ο στρατιώτη ήταν ο Μπιθικώτσης, που εκτελούσε χρέη μεταγωγών.

Υπηρετώντας τη θητεία του στη Μακρόνησο έγραψε τα πρώτα του τραγουδια και τα βράδια έπαιζε στη Λέσχη Αξιωματικών. Μετά την απόλυσή του, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Τίτλος του πρώτου του δίσκου το Καντήλι τρεμοσβήνει, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Στο τραγούδι, ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μαζί με τον Βαμβακάρη.

Από τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι είχε το δικό του τρόπο ερμηνείας, συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες -Θεοδωράκη (Της δικαιοσύνης, Ένα το χελιδόνι, Στο περιγιάλι το κρυφό, Βράχο – βράχο, Γωνιά – γωνιά), Χατζιδάκι (Ειμ” αϊτός χωρίς φτερά, Πάει ο καιρός, Στο Λαύριο γίνεται χορός, Μίλησέ μου), Τσιτσάνη κ.α.- έγραψε ο ίδιος τραγούδια που έγιναν επιτυχίες (Επίσημη Αγαπημένη, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου, Μία γυναίκα φεύγει, Αμφιβολίες κ.ά.), εμφανίσθηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών κι ένιωσε τη χαρά της ανακάλυψης νέων, πολλά υποσχόμενων φωνών, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.

Η «δωρική» φωνή του αγκάλιασε τη μεταπολεμική Ελλάδα, έδωσε το δικό της βάρος και τη δική της λαϊκότητα στα μεγάλα έργα του Θεοδωράκη, που έγινε ο πιο αποτελεσματικός καταλύτης στο να φτάσουν οι στίχοι του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, στις πιο απόμερες γωνιές της Ελλάδας.

Πέθανε στις 7 Απριλίου του 2005.

Περί Πηγών…