Σε τρύπιες σκέψεις γλυστράει ο θάνατος…

wpid-wp-1443979270681.jpeg

Κατερίνα, λύπης….

Αν αυτά που έχω να πω δεν σου αρέσουν κουλτουριάρη της μπουρμπουλήθρας, τράβα παραπέρα, εκεί στα «κλικ» που οι φελλοί επιπλέουν.

Αρκετοί λοιπόν από τους ποιητές που αναπαράγονται εδώ μέσα, σε εγκεφαλικά κρεσέντο διανόησης και άκριτου αποχαυνωμένου θαυμασμού, σύχναζαν στο Κολωνάκι, έπιναν εσπρέσσο, χούφτωναν δεκατετράχονα, και διαχώριζαν τους εαυτούς τους από την πλέμπα ακόμα και με τα ψευδώνυμα που διάλεγαν (Ελύτης-Ελίτ). Εκείνοι ύμνησαν τη βρωμιά με λυρισμό και λεξιπλασία, ώσπου την έκαναν να γυαλίζει σαν κρυστάλλινη καθαρότητα. Γι’ αυτή τους τη στάση, διακρίθηκαν και πήραν βραβεία.

Στα σύνορα της διπλανής γειτονιάς, τα Εξάρχεια, κινήθηκαν άλλοι ποιητές, σαν την Κατερίνα, που έζησαν παθιασμένα, αχαλίνωτα, μάτωσαν για να ξορκίσουν τα δαιμόνια τους, βούτηξαν στα βαθιά του πόνου χωρίς ανάσα, πάντα σπαρακτικά αληθινοί, χωρίς να ενδιαφέρονται να καλλωπίσουν το χυδαίο μεταμφιέζοντάς το σε άδολη αγνότητα και ομορφιά. Γι’ αυτή τους τη στάση πέθαναν πρεζόνια και μεθύστακες.

Κι αυτό που χωρίζει τη Γώγου από τον Ελύτη τελικά, δεν είναι το ράφι μιας βιβλιοθήκης. Είναι μία άβυσσος. Η ίδια που όταν την κοιτάζεις με αδράνεια σε καταπίνει, και τότε πια για να χωνέψεις την εικόνα που βλέπεις στον καθρέφτη, αρχίζεις να μηρυκάζεις Κολωνακιώτες ποιητές, που χαϊδεύουν την υπαρξιακή σου ανεπάρκεια, και γίνονται το δεκανίκι σου για να πορεύεσαι χωρίς αξιοπρέπεια -όχι τη δική σου, εσύ μάλλον δεν είχες πότε- μα αυτήν που έχασε στο λυκόφως της ντροπής της η ανθρωπότητα.

Αυτά τα λίγα για την αποκατάσταση της Κατερίνας, και κάθε ηλιαχτίδας που σκορπιέται για να ζεσταθούν τα βρώμικα σαλόνια τους.

Αυτά είχα να πω για σένα Κατερίνα.

image

Κι αυτά έχω να πω σε σένα, Κατερίνα

Πέθανες ρε μαλάκα. Γιατί πήγες και πέθανες κι εγώ δεν είχα ούτε ένα δάκρυ; Τίποτα δεν έμεινε. Πάγωσαν όλα σαν το αίμα μου. Όπως εκείνη τη νύχτα που πρωτοδιάβασα τα «τρία κλικ αριστερά» . Δεκατρία ήμουνα και η ζωή μου δεν γύρισε ποτέ στη θέση της. Εσύ κι οι Jetrho Tull. Όλοι οι άλλοι ήρθαν μετά.  Και μείναν. Οι μαλάκες. Να αιωρούνται πάνω απ’ το κεφάλι μου σα φαντάσματα χωρίς πύργο να στοιχειώσουν. Και όλα όσα δεν ήθελα να πουλήσω φτηνά, τόσο βαθιά τα έκρυψα μέσα μου, που ούτε τα βρίσκω πια. Κι εσύ πέθανες. Χρόνια τώρα, σα χτες, σαν μια αιωνιότητα κι ένα τίποτα. Ένα τίποτα σαν τη ζωή που καταδεχτήκαμε να ζούμε – κι ας είχαμε πει πως δεν θα μας συμβεί ποτέ.

http://kollectnews.org/2015/10/03/

https://bluebig.wordpress.com/2015/10/04/