Η νύχτα μυρίζει γιασεμί

wpid-wp-1469304394713.jpeg

Πού βρίσκομαι;.. Πού είσαι;.. Ας μου πει κάποιος τι ώρα είναι. Τι έχεις…; Ξύπνησα στο σκοτάδι με το μαύρο φανελάκι μου μουσκεμένο απ’τον ιδρώτα της αγωνίας, η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα, το ένιωσα.. δεν ήσουν καλά… Είχε ξεκινήσει να βρέχει χωρίς τίποτα να προμηνύει ότι θα σταματήσει κάποτε να βρέχει, τα άκρα μου πάγωναν.. έτριψα τα πόδια μου μεταξύ τους να ζεσταθούν, κρύο με κρύο, μάταια…οι παλμοί μου άρχισαν να επιστρέφουν σε κατάσταση ηρεμίας, πάνω κάτω 70 το λεπτό, έβγαλα το νωπό φανελάκι, έφερα τα χέρια μου σταυρωτά να αγκαλιάσουν το κορμί μου…και με έσφιξα… σε μια τόσο παράξενη αγκαλιά.. τόσο εσωστρεφή…σαν πεινασμένη γυναίκα τρεφόμουν απ΄το δέρμα μου για επιβίωση.. Έτσι μοναχικά αγκαλιασμένη, αποκοιμήθηκα πάλι… κι εφεξής ένας άυλος κόμπος εγκαταστάθηκε αυθαίρετα στο στήθος μου… Το είχα μάθει πια καλά πως η απώλεια δεν ήταν το αντίθετο της ζωής (μου).. είχε γίνει κομμάτι της, κοιμόμουν και ξυπνούσα και ήταν ανελλιπώς εκεί..Ζούσα σε δυο παράλληλες ζωές.. στη ζωή που ΔΕ ζούσα, και στην άλλη, την τρέχουσα…αλλά σε καμία δεν ανήκα εξ ολοκλήρου.
Έτσι, τη νύχτα που επέστρεψα σε σένα, αφέθηκα να στριμωχτώ στην αγκαλιά σου, σα σε μια δεύτερη ζωή, που σε αυτή ανήκα μοιραία… Μίκρυνα να χωρέσω ακριβώς στην καμπύλη εσοχή που σχημάτισε το κορμί σου , όταν γύρισες στο πλάι προς το μέρος μου και με έκλεισες τρυφερά και περιεκτικά μέσα στα ασφαλή σου χέρια.. Τα περιγράμματα των κορμιών μας ήταν τόσο αρμονικά ταιριασμένα, ήταν σα να ήρθα να ζήσω μόνο για σένα… σα να ζούσες απόλυτα για μένα…και με λίκνιζες…και σου παραδινόμουν…χωρίς σύνορα…και τσίμπησα το δέρμα μου να βεβαιωθώ για τη στιγμή και το κατάλαβες και με έσφιξες περισσότερο πάνω σου… κι ακόμα κι άλλο… Κι όταν σε αγκάλιασα εγώ αργότερα, ανεβοκατέβαζα απαλά τα δάχτυλά μου στο στέρνο σου, σαν κάτι να έψαχνα…και σίγουρα αν πήγαινα γυρεύοντας, θα έβρισκα πράγματα που με ενοχλούσαν, αλλά σε σένα, δε με ενοχλούσε τίποτα, αγαπούσα όλες σου τις τέλειες και ατελείς λεπτομέρειες.. κι έτσι σ” αγαπούσα ακόμη πιο πολύ, γιατί τίποτα δε θέλησα ποτέ να αλλάξω σε σένα, ήθελα να σε καταλάβω περισσότερο από κάθε άνθρωπο στον κόσμο… Ποτέ δε ρώτησα να μάθω τι ήμουν εγώ για σένα αυτή την εποχή…. μόνο ήθελα τα χάδια σου να μην είναι όλα 40 αλκοολικών βαθμών..ήθελα να μου περάσεις τα μαλλιά πίσω από το αυτί με τα δάχτυλά σου… να με σκεπάσεις προσεκτικά τη νύχτα.. να με κοιτάξεις κρυφά με πόθο το πρωί που ντύνομαι… να σταθείς στην πόρτα να μου δώσεις ένα φιλί και να γυρίσεις αμέσως για άλλο ένα γιατί ποτέ δε φτάνει ένα… να με βάλεις από τη μέσα πλευρά του δρόμου να μη σου πάθω τίποτα και να με φωνάξεις κοριτσάκι σου…να γελάσεις με την ψυχή σου μαζί μου, να με αφήσεις να σου ανακατέψω τα μαλλιά, μόνο εγώ, κι ας είμαστε έξω…να είσαι εκεί… και το εκεί να είναι εδώ…
Ξαναγύρισα πίσω στο χρόνο, καταμεσής ενός ανέμελου καλοκαιριού…μια εικόνα ακαθόριστου χρόνου ήταν η πρώτη φωτογραφία μνήμης που μου είχε μείνει από εσένα.. τα χείλη σου χαμογελούσαν… το πρόσωπό σου όχι.. έσκυψες και μύρισες το λαιμό μου… έκλεισες τα μάτια κι έσμιξες τα πυκνά σου φρύδια εισπνέοντας… κάτι μου ψιθύρισες, η υγρασία της ζεστής ανάσας σου έμεινε στο αυτί μου… Τότε δεν είχα δώσει την πρέπουσα προσοχή στη στιγμή που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια η αρχή των αναμνήσεών μου από σένα..Κι ενώ σε χάζευα να κοιμάσαι γαλήνια, άνοιξες τα μάτια σου… κι ανέτρεψες σε μια στιγμή αυτό που απέφευγα τόσο καιρό…..να σε κοιτάξω εστιασμένα….πρόλαβες αιφνιδιαστικά και με κοίταξες ευθεία μες τα σκοτεινά μου μάτια… βαθιά…και σου παραδόθηκα άνευ όρων να με ξεγυμνώσεις…και με διάβασες ολόκληρη μέσα σε μια στιγμή… κι αυτά ακόμη που δεν άφηνα κανέναν να δει…ήσουν εσύ για μένα ο ένας, και θα περπατούσα σε τεντωμένο σχοινί για να σε κερδίσω στη ζωή μου….

έγραψε το πιτσιρίκι