Άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ, δεν ξέρουν ν΄αγαπήσουν.

wpid-wp-1476222533659.jpeg

Είναι κρίμα.

Και στο κρίμα οι λέξεις που βγαίνουν απ το στόμα σου, δεν περνάνε πρώτα απ το μυαλό σου.

Δεν μπορείς να τις φιλτράρεις, να τις επηρεάσεις, να τις ομορφύνεις ίσως, προκειμένου να μη βγουν ατόφιες όπως τις αισθάνεσαι.




Είναι κρίμα.

Αυτό το «κρίμα», μόνο πίκρα μπορεί να κρύβει. Κι η πίκρα σε κάνει να λες αλήθειες.

Αλήθειες που έμειναν καιρό κρυμμένες για να μην πληγώσεις ό,τι σε πλήγωσε.

Για να μη γίνεις ίδια μ΄αυτόν που έκανε την πίκρα φαγητό και στην πρόσφερε να φας.

«Να, πάρε. Αυτό έχω να χορτάσεις.»

Εσύ όμως δεν χόρταινες. Πεινούσες μ’ εκείνη την πείνα των θηρίων.

Κι εκείνες τις λίγες στιγμές που έβρισκες το φαγητό μπροστά σου, ξέχναγες την πίκρα που έκρυβε μέσα του και το έτρωγες για να μην πεθάνεις.

Μέχρι που το σιχάθηκες. Σιχάθηκες την ίδια τροφή που είχες ανάγκη για να ζήσεις.

Είναι κρίμα.

Απ την αρχή ήταν.

Ένα παιχνίδι στημένο, βασισμένο σε εγωισμό, βασισμένο στην συνύπαρξη της πίττας και του σκύλου μαζί.

Ένα παιχνίδι που είχε αρχή μέση και τέλος. Απ ‘την αρχή του.

Στημένο, σε όλες τις γλώσσες.

Δεν ξέρω γιατί σκέφτηκες ότι ο σκύλος θα νικήσει στο τέλος. Ίσως γιατί ήσουν αποφασισμένη να νικήσεις.

Ίσως γιατί είχες ανάγκη το έπαθλο, το βραβείο, το ρημάδι το χαρτί που θα έγραφε τ όνομά σου με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα.

Ίσως γιατί είχες ήδη αγοράσει την κορνίζα που θα το τοποθετούσες και δεν ήθελες να πάνε χαμένα τα λεφτά σου.

Ήξερες όμως. Έβλεπες. Άκουγες. Μύριζες. Απλά δεν γινόταν να το αποτρέψεις.

Μέχρι που σταμάτησες να γλύφεις και άρχισες να γαυγίζεις.

Και τότε απ’ το καλό και υπάκουο σκυλάκι που κουνούσε την ουρά του από χαρά, έγινες το ζώο που έπρεπε να πάει για ευθανασία.

Είναι κρίμα.

Είναι κρίμα γιατί η ευθύνη πέρασε πάνω σου ενώ δεν σου ανήκε. Ήταν εξ΄ολοκλήρου δική του.

Εσύ όμως έπρεπε να βρεις τη λύση.

Έπρεπε να λύσεις το γόρδιο δεσμό, να βγάλεις το μινώταυρο από το λαβύρινθο.

Δεν είχες ούτε σκοινί, ούτε σχέδιο του λαβύρινθου.

Μια αγάπη είχες να πορεύεσαι από εκείνες που κάνουν τα πάντα για να βρίσκουν λύσεις.

Ο μινώταυρος βγήκε και απέμεινες εσύ μέσα στο λαβύρινθο να παλεύεις για τη δική σου έξοδο.

Το σκοινί ήσουν εσύ η ίδια. Η λύση που προσέφερες έγινε και η καταδίκη σου.

Είναι κρίμα.

Είναι κρίμα που μια τέτοια αγάπη πήγε χαμένη από φόβο. Από δειλία.

Τύψεις ερχόμενες από μια άλλη ζωή, μπερδεμένες με το φόβο για το άγνωστο – λες και υπάρχει κανείς που μπορεί να το προβλέψει- έφεραν τα πόδια που έτρεχαν και τα έκαναν πόδια που σέρνονταν.

Πήρες και τους έβαλες δεκανίκια. Έγινες γιατρός, νοσοκόμα, ψυχολόγος, θεραπεύτρια.

Να σώσεις αυτό που πίστευες ότι θα σωνόταν.

Ούτε ο αντίπαλος σε τρόμαξε, ούτε τα όπλα που κρατούσε.

Εσύ κρατούσες το πιο μεγάλο απ΄όλα. Την αγάπη.

Είναι κρίμα.

Άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ, δεν ξέρουν ν΄αγαπήσουν.

Μεγάλωσαν με την αγάπη σαν βάρος, σαν μαθητική τσάντα στην πλάτη γεμάτη με βιβλία.

Δεν τους είπε κανείς ότι η αγάπη είναι δώρο και όχι υποχρέωση.

Κι εκείνοι υποχρεώθηκαν να αγαπήσουν με τη σειρά τους κάτι που δεν τους αγάπησε.

Φαύλος κύκλος.

Πέρασαν την αγάπη για ψίχουλα γιατί αυτό έγραφαν μέσα τα βιβλία. Πέρασαν το νιάξιμο για διαγώνισμα που έπρεπε απλά να περάσουν με καλό βαθμό.

Κι όταν ήρθε η ώρα του απολυτηρίου, ευτυχισμένοι που πέρασαν τα μαθήματα, νόμιζαν ότι πήραν το πτυχίο.

Ένα πτυχίο ίδιο με παλιόχαρτο που δεν μπορούσε να τους πάει βήμα παρακάτω.

Εσύ πτυχίο δεν πήρες ποτέ.

Η μεγάλη διαφορά;

Για σένα στην ουσία, ήταν απλά η αλήθεια μιας αγάπης που ποτέ δεν θα είναι κρίμα.