ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … Λυπάμαι για την άμμο κάτω από τον ήλιο.

image82

Μεγάλωσες. Πίνεις καφέ πίσω από τα τζάμια. Εσπρέσο. Δεν υπάρχει πια χρόνος για να ασχολείσαι με όλα αυτά. Μεγάλωσες και συνεχίζεις να πιστεύεις πως η πραγματικότητα θα σε ρωτήσει. Σιγά μη μεγάλωσες, αφελή. Αυτή όπως και τότε, που ήσουν παιδί, εισβάλλει. Όπως και τότε ανεξάρτητη, κάθε φορά με άλλη μορφή.

Από το διπλανό σχολείο που κάνει πρόβα  εισβάλλει. Δηλαδή τι διπλανό; Πιο μακριά από αυτό που λέει η λέξη. Αλλά με μπάντα… Το εντυπωσιακό είναι η μπάντα. Με ταμπούρο και γκρανκάσα. Κυρίως με αυτά. Την σχετική ησυχία της μεσημεριανής συνοικίας διακόπτουν απαιτητικά τα κρουστά. Αυτά τα κρουστά είναι συγκεκριμένα. Κυρίαρχα. Απαιτούν. Την προσαρμογή σου , την “ευπρέπεια” σου , τη συμμόρφωση σου, την πειθάρχηση σου, τον συντονισμό σου, την ομοιογένεια. Κυριολεκτικά. Μεγάλωσες κι όμως ακόμα το νιώθεις. Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, σε υποβάλει. Με τη σκληρότητα και την ακαμψία του όπλου, της βίαιης εικόνας. Αυτός ο ρυθμός είναι φόβος, φόβος, σε φοβίζει, υπάρχει για να σε υποχρεώνει να τον ακολουθήσεις…

Κάποια, γυμνάστρια υποθέτεις, φωνάζει τα παραγγέλματα στη μικροφωνική. Η σύνδεση της φωνής με τον ρυθμό κάνει το συναίσθημα πιο κλειστοφοβικό. Έχουν και μικροφωνική. Στην αυλή. Για να ακούγεται το παράγγελμα. Κάθε φορά. Εντός κι εκτός. Παντού. Ο ρυθμός όμως, αυτός είναι ο πιο δυνατός. Τρυπάει το τζάμι και σε αναγκάζει να χτυπάς το πόδι στην προσταγή του. Εσένα, που μεγάλωσες. Έν, δυό… Ο ρυθμός έχει πειθώ, αυτή του ισχυρού. Έχει σώμα, ακόμα κι αν δεν το βλέπεις. Στέκεται απέναντί σου βλοσυρός, ογκώδης, η σκιά του σε καλύπτει. Έχει εξουσία. Τον υπακούς. Μπορεί να σε αναγκάζει χωρίς να σε αγγίζει, αρκεί η δόνηση του τυμπάνου, ο άνθρωπος, η μεμβράνη. Σε κατευθύνει.

Ακόμα κι αν δεν το βλέπεις, ξέρεις όμως, θυμάσαι πως αντιδράς, λίγων μόλις χρόνων, σε αυτόν τον ρυθμό. Δεν σου αφήνει έτσι κι αλλιώς περιθώρια. Η αυστηρότητα του ήχου είναι κατευθυντήρια.

Η μέρα είναι κρύα και με συννεφιά. Όταν ξεπροβάλει για λίγο ο ήλιος αναρωτιέσαι. Πως ανέχεται να φωτίζει έναν τέτοιον ήχο; Το φως εξαπατά, σε αφήνει με την εντύπωση πως μπορείς να αντέξεις. Ακόμα κι αυτόν τον ρυθμό… και τη σχιζοφρενική εναλλαγή.

Στην ησυχία φωνές παιδιών γεμίζουν τον άδειο χώρο.

Ένα παιδί περνά δίπλα σου σφυρίζοντας κοφτές, στακάτες νότες πάνω στο ρυθμό… έν, δυο… Μια γυναίκα το κρατά από το χέρι. Η μάνα του; Έν, δυο… Έτσι κι αλλιώς είναι γκρίζα η αυλή του σχολείου.

Κι άλλο παιδί με μωβ κουκούλα, με μακριά πλεξίδα και μια τσάντα μικρό βαλιτσάκι με ρόδες προχωρά στο πεζοδρόμιο. Τι κουβαλάει; Αφού ο βαρύς ρυθμός έχει σταματήσει να πυροβολεί τον αέρα της πόλης.

εγραψε το πιτσιρικι