Monthly Archives: Αυγούστου 2014

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … Άγνωστε φίλε..ανατριχιάζει ο καιρός …

Το ξερονήσι μου δεν έχει θάλασσα, ούτε αγέρηδες. Είναι 100 τετραγωνικά με τρία υπνοδωμάτια και ξύλινα πατώματα. Έχει πόρτα ασφαλείας και παράθυρα που βλέπουν στην απέναντι οικοδομή. Σ” αυτό το ξερονήσι δεν υπάρχουν σύντροφοι αλλά ούτε και καταναγκαστικές εργασίες. Δεν με έφερε καράβι εδώ αλλά η επιμονή μου να μην υπογράψω το χαρτί που θα με «έβαζε» στα πράγματα και θα σταματούσε το μυαλό μου να ανάβει πυροτεχνήματα ενάντια στο μαζικό εξευτελισμό του Νεοέλληνα. Η αυτοεξορία μου δεν θα γραφεί ως ιστορικό ντοκουμέντο και ο επαναπατρισμός έχει φύγει για πάντα από τα όνειρά μου. Η χώρα που με γέννησαν η μάνα και ο πατέρας μου ήταν εν τέλει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης Είχα το νούμερο του ΑΦΜ, είχα την καταγωγή «αριστερή» και δυστυχώς ακραίο πατριωτικό συναισθηματισμό Εν ολίγοις είχα όλες τις προδιαγραφές για να μπω στον φούρνο. Ειδικά από την στιγμή που δεν στεκόμουν για ρουσφετολογικό συσσίτιο στα γραφεία των κομματικών Γκεστάπο αλλά και όταν αρνήθηκα, ως αξιοπρεπής ύπαρξη, να μην γυαλίσω τις μπότες του τάχα αριστερού καριερίστα ταγματασφαλίτη που όριζε την επαγγελματική μου εξέλιξη. Στο Στρατόπεδο θεωρείς ότι με δημοκρατικές διεργασίες αποφασίζεις εσύ για την λειτουργία του συστήματος. Βλέπεις την ιδεατή ζωή σε οθόνες και όνειρό σου είναι να πρωταγωνιστήσεις μία φορά και εσύ ως πρώτο όνομα σε οθόνες και φυλλάδες. Πληρώνεις ως ηλίθιος το 50% της εργασίας σου που έχει προσδιοριστεί από το σύστημα για το ποια θα είναι και συχνά συντάσεις ομάδες με άλλους ηλίθιους για την ανατροπή του συστήματος ξεχνώντας ότι και η σύσταση ομάδων είναι συνταγματικά νόμιμη από το σύστημα για το σύστημα. Πριν γίνεις σαπούνι αφήνεις στο ταμείο παρακαταθηκών τα παιδιά σου τα οποία μεγαλώνεις με τις προδιαγραφές να λιπαίνουν σωστά την μηχανή του συστήματος. Ως ηλίθιος δοξάζεις τη μοίρα που σε γέννησε σε αυτό τον άγιο τόπο και που έφερες το «Έλληνας» στο διαβατήριο που σε πήγαινε διακοπές με γκρουπ σε άλλα μέρη που τα αναπολείς όταν καταλαβαίνεις (σπάνια) πόσο ηλίθιος είσαι.
Ως ηλίθιος πέρασα από το Στρατόπεδο ως λιπαντής μηχανών αλλά λιποτάκτησα μετά από δεκαετίες. Σκέφθηκα ότι αν ζωή είναι αυτό, τότε η κατάντια ποια είναι; Ένιωσα σαν πέος που μία με «παίζει» το Δεξί χέρι και μία το Αριστερό. Δεν ήμουν τίποτε άλλο από μία εφηβική συνήθεια του Συστήματος να περνάει καλά και μετά να με βάζει στο λερωμένο σώβρακό του. Υπερτίμησα την δική μου ύπαρξη όπως κάθε ηλίθιος σε μία ήδη(από χρόνια) υποτιμημένη χώρα. Και έτσι την έκανα. Βρήκα το ξερονήσι όπως το έφτιαξε ο πατέρας μου, βγαίνω πρωί να εργαστώ για να πληρώνω τους φόρους αυτής της δικτατορικής χώρας μόνο και μόνο για να έχω την ησυχία μου, και στο παιδικό δωμάτιο έχω βγάλει τις κουρτίνες για να δείξω στο παιδί ότι σε αυτή την χώρα ο ήλιος τρυπώνει ακόμη και σε υπόγεια. Ότι μπορεί τα ξερονήσια ,που αρχίζουν να πληθαίνουν από τον Έβρο μέχρι την Γαύδο, σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό, να είναι εν τέλει η πατρίδα που φτιάξαμε για να περιφρουρήσουμε το ελληνικό γενετήσιο δικαίωμά μας. Να είμαστε ελεύθεροι….

εγραψε το πιτσιρικι

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … Τα κόκκινα φανάρια

Το χαμένο του Σαββάτου. Που όλες γινόμαστε φανερά εν δυνάμει κορίτσια της συγγνώμης. Έτοιμη να λούσεις τα μαλλιά σου έτσι που αν κάποιος θέλει να τα μυρίσει να μείνει για πάντα εκεί. Να βάψεις τα μάτια σου. Να βάλεις στολή επίθεσης. Και να βγείς. Έτοιμη να αλλάξεις τη ζωή σου. Έτοιμη να πονέσεις. Έτοιμη να ενθουσιαστείς. Περπατώντας στους δρόμους που σε λίγες ώρες θα σκοτεινιάζουν νωρίτερα. Περνάς δίπλα από μια πέτρινη μάντρα. Από μια λάμπα του δήμου. Από τούφες φουντωμένο γιασεμί. Τα τακούνια σου σπάνε την ησυχία, λιώνουν μικρά κομμάτια αέρα. Οι ψηλές σου κόκκινες δερμάτινες μπότες έτοιμες να αλώσουν. Κουνάς το κεφάλι σου να απαλλαγείς από τον ήχο της φωνής σου. “Αν ποτέ αποφασίσεις να γυρίσεις, μην πεις τίποτα μόνο φέρε μου γιασεμί”. Τι γεύση έχει το γιασεμί όταν το ξερνάς γλυκιά μου; “Μόνο μη με ξαναπείς μωρό μου”.
Τώρα θα σου σερβίρεις μαύρη μπύρα. Και θα κάνεις οτι δεν ακούς τον μυστήριο ήχο. Αυτόν που βγαίνει από το κουτί της. Αλλά δεν πειράζει, παίζεις το παιχνίδι που ξέρεις καλύτερα απ’ όλα. Να αγνοείς το ένστικτό σου. Που σου λέει οτι εκεί υπάρχει μια μαύρη αράχνη. Όχι δεν είναι αράχνη, ούτε σκορπιός έτοιμος να κάνει αυτό που μόνο αυτός μπορεί τόσο αριστοτεχνικά : να αυτοκτονήσει μεγαλειωδώς. Είναι μια πεταλούδα. Μια όμορφη μπλέ πεταλούδα που λίγο θέλει να απλώσει τα λεπτοφτιαγμένα φτερά της και να ελευθερωθεί στο χώρο. Να αιωρηθεί για λίγο. Να αγγίξει ελαφρά τα μαύρα μακριά μαλλιά που μυστηριωδώς έχει ο ίδιος θαμώνας της ίδιας ξύλινης μπάρας. Και μετά να χαθεί στην ίδια υπόγεια διάβαση του παλιού σταθμού. Κρίνε με με τον μόνο τρόπο που μπορείς. Υποκειμενικά. Όσο μακραίνει η αναμονή, θα σε πείσω πως άξιζε. Και μετά πως θα είναι όλα ομαλά, χωρίς φουρκέτες και λακκούβες ύπουλα σκεπασμένες με βρώμικα νερά υπονόμου. Μόνο χορτάρι και τέλεια σχηματισμένες ευθείες. Τώρα που τα λέμε όλα, ζήτα να σου φέρουν και δυο καθαρά ποτήρια. Το ένα θα το πιείς στην μνήμη, το άλλο στην υγειά. Ξέρεις, αργά θα ζητήσεις κάτι ηλεκτρικό, θα στροβιλιστείς στο ξύλινο πάτωμα, θα σε κοιτάνε μα δε θα σε νοιάζει. Παίζεις το καλύτερό σου παιχνίδι. Γυρνάς λοιπόν. Γερνάς λοιπόν. Κι όταν θα ξεβάψεις τα μάτια σου- τα μόνα που βάφεις λες και θες να εξαφανίσεις, θα σε πονάνε. Μα δε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη, είναι από αυτά που νόμιζες οτι έβλεπες. Οτι αναγνώριζες. Σχήματα κορμιά συμπλέγματα. Μίλα. Μοιράσου τα. Πώς αλλιώς θα τα εκμηδενίσεις;…

εγραψε το πιτσιρικι

Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:

Τι να σκέφτεται; Το θάνατο που πλησιάζει; Τις στιγμές της ζωής του που πέρασαν; Τη μεξικανική επανάσταση που αφήνει πίσω του μισοτελειωμένη; Ότι κι αν είναι αυτό, στο βλέμμα του φανερώνεται ένας άνδρας χαμογελαστός ήρεμος και συμφιλιωμένος  με το θάνατο που τον περιμένει στην επόμενη στροφή.  

Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται…
Υπήρξε υπολοχαγός του Εμιλιάνο Ζαπάτα, ο οποίος το 1910 μαζί με τον Πάντσο Βίγια και τον Πασκουάρ Ορόζκο διατέλεσαν πρωτεργάτες της εξέγερσης των φτωχών αγροτών στο Μεξικό του 1910. Ο λαός αγανακτισμένος μετά από εκατοντάδες χρόνια καταπίεσης και εξαθλίωσης, ξέσπασε σε σφοδρή επανάσταση ζητώντας το αυτονόητο: αναδασμό της γης και απαλλοτρίωση των οργανωμένων κτημάτων που είχαν οδηγήσει σε αναγκαστική πείνα εκατομμύρια κόσμο. Ο Φορτίνο εκτελέστηκε από τον ομοσπονδιακό στρατό το 1917 για τη συμμετοχή του στον «απελευθερωτικό στρατό του Νότου» . Λίγο πριν τη στιγμή της εκτέλεσής του ζητάει ένα τελευταίο πούρο και το καπνίζει μπροστά από το απόσπασμα χαμογελώντας στο Βραζιλιάνο φωτογράφο Agustin Victor-Casasola, που έκλεισε στο φακό του το τελευταίο χαμόγελο του επαναστάτη. Ο βραζιλιάνος δημοσίευσε τη φωτογραφία με τη λεζάντα «Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο πριν από την εκτέλεσή του. Βλέπουμε έναν άνθρωπο σε ειρήνη με τον εαυτό του και με τον θάνατο».
10225412
 Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται..
Όταν ο τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωνσταντίνου ανακάλυψε αυτή την φωτογραφία του Φορτίνο Σαμάνο δημοσιευμένη ανάμεσα στις 5 κορυφαίες στιγμές του φωτορεπορτάζ, υποκινημένος πάντα από την έλξη του για τα ιστορικά γεγονότα ως πηγή θεματολογίας, σκάρωσε το ομώνυμο τραγούδι. Ο Διονύσης Σαββόπουλος χαρίζει τη φωνή του στα τραγούδια του δίσκου συμβάλλοντας στο επιτυχημένο αποτέλεσμα του δίσκου που φιλοξενεί το άσμα, με τίτλο “ο Σαμάνος”.
 «Όταν διάβασα τη λεζάντα της φωτογραφίας», σχολιάζει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «ανατρίχιασα. Η στάση του Φορτίνο Σαμάνο δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε. Οι τωρινοί άνθρωποι, με τη συμβολή της τηλεόρασης, έχουμε υποστεί δύο σημαντικές ήττες: Από τη μια, έχουμε εθιστεί στον πόνο και στον θάνατο των άλλων –μέχρι και ζωντανή αναμετάδοση πολέμων έχουμε παρακολουθήσει– και από την άλλη, ακριβώς επειδή νομίζουμε ότι είμαστε πάντα στη θέση του θεατή, όταν χτυπήσει την πόρτα μας κάποια συμφορά ή ο ίδιος ο θάνατος ξαφνιαζόμαστε και τρομάζουμε».
7934061_1_l
  Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
Οι στίχοι του ομώνυμου τραγουδιού μοιάζουν με θεατρικό παιγμένο σε τρεις πράξεις από τρεις διαφορετικούς πρωταγωνιστές και συνάμα αφηγητές: τον ίδιο τον Σαμάνο, τον εκτελεστή του και το τελευταίο πούρο που του καίει τα χείλια.
09r1  Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
«Είμαι ότι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα `ρθει
να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί.
Βράδυ στα κρεβάτια τους πως στενάζουν ξαναμμένες
ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή…»
Ο στρατιώτης με τ’ όπλο σημαδεύει και σκέφτεται:
«Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ότι έχει ζήσει
είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχειό.
Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα
ερπετά θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ…»
Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
«Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ’ αυτά
θα φωνάξει «Λιμπερτά!» κι όπως θα κοιτάει τις κάννες
θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά…»

Πηγή κειμένουhttp://www.exitnews.gr , φωτογραφίες : διαδίκτυο
Αντικλείδι , http://antikleidi.com