Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2014

Την λένε ζωή … Δεν γράφω καμία.

Αντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί. Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’). Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής. Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν. Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα. Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…

εγραψε το πιτσιρικι

Έχω ένα χαρτί. Είσαι να φτιάξουμε μια σαίτα

Κάποιοι τα λένε με πιο μορφωμένο τρόπο, κάποιοι δε λένε τίποτα, βαριούνται. Παρέδωσαν τα όπλα. Βγήκαν στη σύνταξη πρόωρα. Στον αφρό των ημερών των απλών καθημερινών ανθρώπων, αλλάζουν ονόματα, κάποιο χρώμα μαλλιών, μια αλλιώτικη φωνητική χροιά, μια κίνηση του χεριού, μια απρόσμενη σκέψη, μια περαστική έμπνευση, ένα κομμάτι μουσικής, κάποιο όνειρο που θυμάσαι στο ξύπνημα, μια ανάμνηση, που πονάει, μια μελλοντική λαχτάρα για εκείνο που ίσως γίνει.. Πιτσιλιές μοναδικότητας πάνω στα αντίγραφα. Μικρές ειδήσεις που παιχνιδίζουν πάνω στην απογοητευμένη καθημερινότητα. Κοίτα κάπου στο βάθος στο τούνελ ένα νέο είδος ξεπετιέται. (!!!) Είμαι ο άνθρωπος που ξέμεινε από σχέδια ναι, Παρατάω χάρτες και σχεδιαγράμματα στο τραπέζι και χαζεύω σ’ενα κενό τοίχο.
Προσπάθησε να καταλάβεις τι μου συμβαίνει… Είμαι εκείνος που ελπίζει να δει ένα εξωγήινο στο κήπο του, για να επαναπροσδιορίσει την αξία της γήινης υπάρξής του. Εκείνος που εύχεται ένα σεισμό για να ελέγξει πόσο γρήγορα μπορεί να κουνηθεί από τη θέση του. Εκείνος που κρυφά λαχταράει να ακούσει παραμύθια, ακόμα κι αν σ’αυτά το βατράχι παραμείνει βατράχι μέχρι το τέλος. Θέλω να ξαναδιαβάσω όλα τα μυστήρια του κόσμου απ” την αρχή.
Να γεμίσω έστω, με δράκους και νεράιδες τις μέρες που σέρνονται από 15μερο σε 15μερο…
Θέλω να γεμίσω απορίες , μη μου απαντήσετε , σας παρακαλώ, για κερδίσω μια νέα ευκαιρία αντίληψης…
Είμαι εκείνος που αρχίζει να επιθυμεί τον 13ο εκτός σχεδίου μήνα… Την 8η μέρα της εβδομάδας..
Την 25η ώρα της μέρας… Σε κοιτώ απέναντί μου. Έχω ένα χαρτί.  Είσαι να φτιάξουμε μια σαίτα….

Ορέστης Μακρής 1899 – 1975

Σπουδαίος και δημοφιλής ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου· γνωστός από το ρόλο του «μεθύστακα», με τον οποίο σχεδόν ταυτίστηκε καλλιτεχνικά.

Ο Ορέστης Μακρής γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 στη Χαλκίδα. Σπούδασε φωνητική μουσική στο Ωδείο Αθηνών και στα 20 του στρατεύτηκε και υπηρέτησε στην Μικρά Ασία.

Στην σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1925 ως τενόρος της ελληνικής οπερέτας και μετά την παρακμή της μεταπήδησε στην επιθεώρηση το 1932. Ο Αντώνιος Βώττης του ανέθεσε το νούμερο τού «μεθυσμένου», που είχε γράψει πριν από τρία χρόνια και δεν έβρισκε τον κατάλληλο ηθοποιό να το ερμηνεύσει. Διέβλεψε ότι ο Μακρής είχε υποκριτικό ταλέντο, εκτός από την θαυμάσια φωνή του, και δεν έπεσε έξω. Τραγουδώντας και παίζοντας το νούμερο «Με λεν μπεκρή» στην επιθεώρηση «Ο παπαγάλος του 1932» με τον θίασο του Σπύρου Πατρίκιου, έγινε εν μια νυκτί πρωταγωνιστής του ελαφρού θεάτρου.

Με τον καιρό τυποποιήθηκε στον ρόλο του μεθύστακα. στον οποίον έδωσε κοινωνικές διαστάσεις· «έπινε» για να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της ζωής.Τον ίδιο χαρακτήρα ενσάρκωσε και στον κινηματογράφο το 1950, στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Ο Μεθύστακας».

Παράλληλα έπλασε τον τύπο του συντηρητικού, γκρινιάρη και ανάποδου γέροντα, που στο βάθος κρύβει καλά αισθήματα αλλά ταμπουρώνεται πίσω από την παραξενιά του για να επιβιώσει. Τους τύπους αυτούς απαθανάτισε ο κινηματογραφικός φακός στις ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Sικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλλήκαρα» (1960), που τον ανέδειξαν σε θεμελιωτή του νεορεαλιστικού ύφους στην υποκριτική, σύμφωνα με τον κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

Ο Ορέστης Μακρής – ηθοποιός ευγενής, μετρημένος με σπάνιο ήθος και επαγγελματική ευσυνειδησία – πέθανε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 1975. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Α΄ Νεκροταφείο και ήταν πάνδημη.

Φιλμογραφία

  • Μάγος της Αθήνας (1931)
  • Ο μεθύστακας (1950)
  • Ο γρουσούζης (1952)
  • Το κορίτσι της γειτονιάς (1954)
  • Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955)
  • Καταδικασμένη και από το παιδί της (1955)
  • Το φιντανάκι (1955)
  • Αρπαγή της Περσεφόνης (1956)
  • Η Αθήνα χορεύει ροκ εν ρολ (1957)
  • Η θεία από το Sικάγο (1957)
  • Της νύχτας τα καμώματα (1957)
  • Το αμαξάκι (1957)
  • Η κυρά μας η μαμή (1958)
  • Μια λατέρνα μια ζωή (1958)
  • Το νησί της σιωπής (1958)
  • Ο Θύμιος τάκανε θάλασσα (1959)
  • Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1959)
  • Φτώχεια και αριστοκρατία (1959)
  • Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλλήκαρα (1960)
  • Οικογένεια Παπαδοπούλου (1960)
  • Της μιας δραχμής τα γιασεμιά (1960)
  • Έξω οι κλέφτες (1961)
  • Ο καλός μας άγγελος (1961)
  • Τα σκαλοπάτια της ζωής (1962)
  • Όλα και τη ζωή μου ακόμα (1963)
  • Τα παλιόπαιδα (1963)
  • Το μεροκάματο του πόνου (1963)
  • Αδικημένη (1964)
  • Κάθε καημός και δάκρυ (1964)
  • Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του (1964)
  • Ο ζητιάνος μιας αγάπης (1964)
  • Οι νταήδες (1964)
  • Πόνεσα πολύ για σένα (1964)
  • Τον παλιό εκείνο τον καιρό (1964)
  • Με πόνο και με δάκρυα (1965)
  • Οι καταφρονεμένοι (1965)
  • Ο πόνος του μπεκρή (1966)
  • Ένα κορίτσι αλλοιώτικο απ” τ” άλλα (1967)
  • Τι κι αν γεννήθηκα φτωχός (1967)