Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ…

wpid-20150417085416

Κάποιος ήταν κομμουνιστής γιατί επανάσταση σήμερα όχι, αύριο μπορεί, μεθαύριο όμως σίγουρα!

Για μια επανάσταση δεν υπάρχουν οι όροι. Αυτό το συμφωνήσαμε εκ προοιμίου. Το επίπεδο συνείδησης είναι χαμηλό και οι συνθήκες ανώριμες.

Η διαλεκτική της ιστορίας βέβαια θέλει το υποκείμενο να διαμορφώνει και να διαμορφώνεται από ρήξεις και επαναστατικές τομές και δεν θεωρεί την ιστορική πρόοδο σαν μεταφυσικά αδιαμφισβήτητη διαδικασία. Ως εκ τούτου, η επαναστατική διαλεκτική δεν  θεωρεί την ιστορία προοδευτική διαδικασία επίτευξης μεσοπρόθεσμων στόχων. Συνεπώς, όταν δεν αδράττει κανείς την ευκαιρία των εκδηλώσεων των τάσεων ρήξης και χειραφέτησης ή ακόμα όταν καταγγέλει σ’ αυτές έναν ανορθολογισμό αντιβαίνοντα στον ρεαλισμό, περιφρουρώντας λυσσαλέα την πραγματικότητα που διακηρυκτικά θέλει να υπερβεί, πώς μπορεί να μιλά για έλλειψη συνθηκών;

Όμως, ποιος θα κάνει αυτήν την τομή; Εγώ; Εσύ; Ή ο διπλανός που δέχεται τα πάντα με σκυμμένο το κεφάλι; Αυτά φαίνεται να σκέφτονται όλοι όσοι συμφωνούν πως οι όροι μιας ρηξιακής πολιτικής είναι ασυσσώρευτοι. Η διαφύλαξη του αστικού κράτους στην παρούσα φάση ίσως είναι η μόνη επιλογή κι αυτό φαίνεται από την πολιτική κριτική από τις δυνάμεις αυτές που αποκαλούμε προοδευτικές, που μένουν στην ανάδειξη του κακού προσήμου της ίδιας και απαράλλαχτης οικονομικής διαδικασίας της ετερόνομης εργασίας, της ιδιοκτησίας, της αναγωγής των πάντων στην εμπορευματική συνθήκη. Αυτό που συμφωνούν τελικά οι πάντες είναι ότι εν τέλει θα χρειαστεί μία διακυβέρνηση για να ορίσει, εξωτερικά πάντα, αφουγκραζόμενη τις ανάγκες του λαού, με όσο το δυνατόν λιγότερη επιβολή, ένα πιο ανθρώπινο προσανατολισμό στην οικονομία. Το κίνημα πρέπει να πιέσει προσδοκώντας κυβερνητικές επιλογές και τελικά αυτοί που έχουν θα έρθουν σε δημοκρατική συνεννόηση με αυτούς που δεν έχουν για τη συμφωνία ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Όμως, δημοκρατία χωρίς ισότητα, είναι δημοκρατία με το πιστόλι στον κρόταφο.

 

Αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς

Η κάθε διεκδίκηση, πριν καν εξετασθεί το περιεχόμενό της, θα έπρεπε να εξετάζεται ως προς το που απευθύνεται και ποιο είναι εκείνο το υποκείμενο που μπορεί να το υλοποιήσει. Τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος της κάθε αντιπολίτευσης, ακόμα και όταν αυτή στηρίζεται στη δράση των κινημάτων, είναι να προκρίνει μια σειρά ρυθμίσεων που προσδοκούν μια κυβερνητική επιλογή. Όμως, καθήκον μίας πραγματικά απελευθερωτικής πρακτικής είναι να δείξει ότι μπορεί η εργατική τάξη να επιβιώσει και να ζήσει αξιοπρεπώς χωρίς το κράτος και το νόμο του. Δεν είναι τυχαίο πως η σοσιαλδημοκρατία εργάζεται σκληρά για να διατηρήσει τα αυθόρμητα κινήματα στο επίπεδο του απλού αυθορμητισμού, για να μην μπορέσουν αυτά να μπολιάσουν τα αιτήματα αντίστασης με την προοπτική της κοινωνικής διάρρηξης, εδώ και τώρα. Και για να το κάνουν αυτό πρέπει να συνδέσουν την απόληξη κάθε αγώνα με την απόφαση μιας κεντρικής εξουσίας, γιατί ακόμα και όταν οι κοινωνικές αντιστάσεις ενάντια στις καταπιεστικές εκδηλώσεις της εξουσίας «επιτυγχάνουν» δεν είναι και δεν μπορούν να είναι επικίνδυνες για το κράτος και το κεφάλαιο, παρά μόνο μέσω της συνείδησης των δεσμών τους με το τέλος της ίδιας της διαδικασίας που τα αναπαράγει.

Το εθνικό χρέος

Το δημόσιο χρέος στην ιστορία, από τις απαρχές του καπιταλισμού και του συστήματος χρηματικής πίστης, ήταν πάντα απαραίτητο για τη συσσώρευση κεφαλαίου σε όλο και λιγότερα χέρια και για τον εκβιασμό των λαών. Δανείζοντας στο δημόσιο, αυτό που «δίνεται» εξακολουθεί να λειτουργεί στα χέρια των πιστωτών και προς όφελός τους σαν να ήταν πραγματικά λεφτά. Ο δημόσιος δανεισμός είναι δομικό συστατικό του καπιταλισμού. Το κεφάλαιο γεννά τον εαυτό του με τη μορφή τόκου με τον πιο απλό για αυτό τρόπο.

Η σοσιαλδημοκρατία επιλέγει εθνική λύση απέναντι στα αδιέξοδα που γεννά ένα τέτοιο παράλογο. Εθνική λύση σημαίνει επιλογή μιας «κεντρικής λύσης» ενάντια στην κρίση που το αστικό κράτος θα δώσει, υπό την πίεση του κινήματος όπου πάσης φύσεως σωματεία και ενώσεις εργαζομένων κρατούν έναν διακοσμητικό ρόλο – άλλοθι και υπόσχεται να ξαναμοιράσει λίγο από τον πλούτο χωρίς να αμφισβητεί ούτε λίγο από την αστική εξουσία. Και πώς να συνέβαινε άραγε αυτό χωρίς δομές παραγωγής εργατικής πολιτικής από την τάξη για τον εαυτό της, αλλά με λαϊκά μέτωπα προσωπικοτήτων; Στην ουσία πρόκειται για την ιδεολογία εκείνη που καλύπτει τη διαδικασία αναπαραγωγής της εκμετάλλευσης ντύνοντάς την με εθνικιστική υστερία. Από την αναγκαιότητα της ανατροπής ενός συστήματος εκμετάλλευσης που «δεν αντέχει άλλο» περάσαμε στο αίτημα για την υπεύθυνη εθνική στάση. Σε μικρή κλίμακα η κατάσταση ομοιάζει με εκείνον τον υπάλληλο που βαθιά μέσα του πιστεύει πως όσο έχει αφεντικό θα έχει κι αυτός δουλειά, πως αλλιώς δεν υπάρχει πεδίο και ζωή.

Η αριστερή κυβέρνηση

Και έχουμε αριστερή κυβέρνηση. Και όλοι την αγαπάμε. Οι μεν την αγαπάμε γιατί ήρθε να επιδείξει μεγαλύτερο πατριωτισμό και από τους πατριώτες Οι δε την αγαπάμε γιατί είναι από την ίδια πάστα με εμάς. Γι’ αυτό άλλωστε η κριτική μας έγκειται στο πώς εμείς θα κάναμε τα ίδια αλλά καλύτερα σε αντίστοιχη περίπτωση. Ξαφνικά μας νοιάζει να μην είναι δεξιός ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πολύ σημαντικό πεδίο αντιπαράθεσης για την ταξική πάλη, κάνουμε κριτική στη συγχώνευση των υπουργείων αφού παλεύουμε για ορθολογικότερη διαχείριση του κράτους κ.λπ.. Αλλά αυτά είναι λίγο γαρνιτούρα, τα τελευταία μη της χήρας πριν ενδώσει στον ενδεχόμενο εραστή. Γιατί η άποψη πως η κυβέρνηση έχει άδικο, αλλά πρέπει να τη στηρίξουμε για να μπει στον σωστό δρόμο, σημαίνει πώς η κυβέρνηση αυτή είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Μπορεί να μην γίνεται με τον τρόπο που θα έπρεπε αλλά είναι ένα βήμα, μας λένε, που αν δεν ολοκληρωθεί θα πάει πίσω την αριστερά στο σύνολό της. Αυτή η λογική είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως δεν υπάρχει αριστερά που λειτουργεί έστω μερικώς σε ένα πεδίο εκτός της κοινοβουλευτικής διαχείρισης είτε άμεσα είτε ελπίζοντας σε αυτή. Αυτή είναι ο μόνος δρόμος, τι να κάνουμε. Η προσέγγιση του σκοπού έβγαλε από τη θέση του πρωταγωνιστή της ιστορίας την τάξη κι έβαλε μία πρωτοπορία, ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στην ενεργή αποδοχή των υπηκόων ή στην ανοχή τους και που μάλιστα δεν είναι καν η άγια και κόκκινη πρωτοπορία για την οποία ακούγαμε στο παρελθόν. Μπορεί να μην κάνει τίποτα από ο, τι υποσχέθηκε, κι εδώ που τα λέμε δεν υποσχέθηκε και κάτι φοβερό, αλλά είναι η μόνη ελπίδα. Εδώ φτάσαμε.

Μα υπάρχουν και άλλες διαφορές, θα σκούξουν κάποιοι. Είναι το ζήτημα της ΕΕ και των λοιπών υπερεθνικών ενώσεων του κεφαλαίου. Μα, αν δεν βλέπεις το πεδίο της σύγκρουσης με αυτές τις υπερεθνικές ενώσεις κεφαλαιοκρατών ως ταξική πάλη και ως τέτοια οργανωμένη από την τάξη για τον εαυτό της, πώς προσδοκάς τα λαϊκά μέτωπα; Το να παλέψει ο εργάτης στη βάση του ταξικού του συμφέροντος με τον μικροαστό που συνθλίβεται στις συμπληγάδες των μεγάλων παικτών μάλλον σοσιαλδημοκρατία θυμίζει ή τον αδελφό φασισμό. Είναι, βέβαια, το ζήτημα του έθνους. Μα αν δεν είσαι με την εθνική ενότητα πώς είσαι με τα εθνικά μέτωπα και τις εθνικοποιήσεις; Κρατικοποιήσεις δηλαδή στη βάση ενός κράτους που διαχειρίζεται μια κυβέρνηση εθνικού συμφέροντος;

Ας πούμε και καμιά αλήθεια

Παραδέξου, πάντα αμήχανα ένιωθες μπροστά στο διαφορετικό σενάριο της κοινωνικής αστάθειας. Τι θα πεις στους ψηφοφόρους, πώς θα τους πείσεις για το αύριο; Εσύ που πασχίζεις να βρεις εκείνη την πράξη να προτείνεις που θα είναι ανώδυνη για όλους. Οι γραβάτες έφυγαν, η αστυνομία, μας είπαν, θα γίνει πιο φιλική και οι φυλακές δεν θα μετατραπούν σε κουτιά απομόνωσης. Ο πεινασμένος θα πάρει κουπόνι για φαγητό και στην κρατική τηλεόραση δεν θα δείχνει Ρένο Χαραλαμπίδη. Είναι κάτι.

Θα δούμε στον δρόμο συλλαλητήρια στήριξης της κυβέρνησης χωρίς αστυνομία να προκαλεί – με προμετωπίδα τη διασφάλιση της δημοκρατίας, τη ρύθμιση του χρέους και την αξιοπρέπεια. Μην γκρινιάζεις ότι η στήριξη στην κυβέρνηση είναι κριτική – δεν νομίζω να παραδεχόταν κανείς ότι η δικιά του είναι τυφλή και άκριτη. Και στο κάτω κάτω που απευθυνόταν το αίτημα για ρύθμιση , διαγραφή του χρέους; Δεν αναφερόταν στην κυβέρνηση; Γιατί να μην στηρίξεις μια κυβέρνηση που προτίθεται να το συζητήσει; Πάρε λοιπόν τους δρόμους να διαφυλάξεις την προσπάθεια απ’ τα επίδοξα συντηρητικά κινήματα της κατσαρόλας. Ο λαός πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που δεν ήθελαν καλύτερη και φιλολαϊκότερη διαχείριση στο όνομά τους, αλλά ρήξη. Αυτοί είναι που καταγγέλθηκαν ως παραπλανημένοι. Ασχοληθήκαμε με την υψηλή πολιτική όταν ολόκληρες περιοχές της εργατικής τάξης οργάνωναν την επιβίωσή τους συλλογικά καθώς στη συλλογικοποίηση βλέπαμε ένα σύμπτωμα και όχι μια δυνατότητα –αφού η δυνατότητα θα έρθει μέσω κεντρικής επιλογής. Κλείσαμε τα μάτια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις αυτοκτονίες, στις δολοφονίες γιατί τελικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος από μια ψυχοπονιάρα ηγεσία. Γι αυτό απαξιώνονται οι πάλαι ποτέ εργατικές δομές, η συζήτηση για την οργάνωση αντιπαραθετικού και διακριτού ταξικού πόλου εγκαταλείφτηκε προς χάριν της δυνατότητας υψηλής κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Αφού η αντιπαράθεση σταμάτησε να σημαίνει αυτόματα πράξη. Η θεωρία της πράξης υποβαθμίστηκε σε πολιτικό πρόγραμμα ανάθεσης και όπως προέβλεψε όλη η παράδοση της θεωρίας της πράξης, έχασε κάθε σημείο ρήξης. Τελικά, οι προσδοκίες καθώς εκφράζονται μέσα από πάσης φύσεως κινηματικές και θεσμικές διαδικασίες προσδοκούν το κράτος να μετατραπεί σε υπεύθυνο και δίκαιο ρυθμιστή μεταξύ αντιμαχόμενων συμφερόντων  και κάπως έτσι, το κράτος μετατρέπεται σε αυτό το όποιο εξύμνησαν οι μικροαστοί, στον ουδέτερο ρυθμιστή της κοινωνικής συνοχής.

Υ.Γ. Κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας του Νίκου Ρωμανού, ήρθα αντιμέτωπη με μια μεγάλη ερώτηση. Τι θα γινόταν με αυτή τη ζωή, αν η απόφαση για τη ζωή του βρισκόταν στα χέρια μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ; Με άλλα λόγια, είναι κάποιες πτυχές μιας τέτοιας διακυβέρνησης του αστικού κράτους ικανές κριτικής στήριξης και ανοχής; Εμείς όμως δεν είμαστε με τη δημοκρατία τους ούτε τώρα, ούτε τότε, γιατί αυτή είναι που γεννάει και θα γεννάει τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις αυτοκτονίες, τον αγώνα για επιβίωση, τον ατομικό δρόμο που η ζωή λογίζεται με αριθμούς. Τις μέρες που ακουλούθησαν τις 6 Δεκέμβρη, κάποιοι πρότειναν να λήγει σιγά σιγά η αστάθεια και να πάμε σε εκλογές, κάποιοι αναρωτιόντουσαν πώς είναι δυνατόν να πέσει νομίμως εκλεγμένη κυβέρνηση, πολλοί μιλούσαν για υλικές ζημιές και νομιμοποίηση της καταστολής από προβοκάτορες. Αυτοί είναι η κυβέρνησή μας. Κι αυτή τη φορά επέλεξε ως ανώτατη αρχή του τον άνθρωπο που ευθύνεται για τη διαφύλαξη της «δημοκρατίας», όπως είπε η κυρία Κωνσταντοπούλου,  εκείνο το βράδυ που ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έσβησε βίαια στην αγκαλιά του Νίκου Ρωμανού. Μια δημοκρατία που σκοτώνει.

https://2467kollontai.wordpress.com/