Η Δημοκρατία δεν είναι ντροπή

wpid-wp-1435601379591.jpeg

Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε αυτό που μετά από έναν μεγάλο κύκλο επαφών, διαπραγματεύσεων, επικοινωνίας του ελληνικού ζητήματος σε ολόκληρο τον πλανήτη, επιβαλλόταν να κάνει. Καλεί τον ελληνικό λαό σε δημοψήφισμα απέναντι στους δανειστές, για να δώσει μία έμπρακτη, μετρήσιμη απάντηση στους σχεδιασμούς τους.

Η κυβέρνηση Τσίπρα πήρε μία θαρραλέα απόφαση να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία, αφού η νωπή εντολή δεν άντεξε απέναντι στα γεράκια.

Και πως να αντέξει όταν τα γεράκια έχουν στην εξουσία τους την πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης, των μέσων παραγωγής, του οικονομικού συστήματος, κάθε δυνατού και αδύνατου μηχανισμού επιβολής.

Πολιτικοί που κατά τα πέντε προηγούμενα χρόνια έχουν εγκρίνει με την ψήφο τους την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού, αγανακτούν που η κυβέρνηση σπεύδει να δώσει τον λόγο στο λαό. Οι ίδιοι που υπέγραψαν το 2011 ένα ευρωπαϊκό πραξικόπημα, κατηγορούν για εκτροπή μία κυβέρνηση που ενεργοποιεί το υπερόπλο του δημοψηφίσματος.

Που ζητάει από τον λαό να υψώσει το ανάστημά του ακριβώς από πίσω της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Μέσα ενημέρωσης που κατά τα πέντε προηγούμενα χρόνια κατηγορούν και απειλούν κάθε αντίσταση και αντίδραση στην απάνθρωπη λογική της επιβολής της τραπεζοκρατίας και της δικτατορίας της γραβάτας.

Πολίτες που τα προηγούμενα χρόνια στήριξαν με την ανοχή και την αδιαφορία τους την κατακρεούργηση της δημόσιας σφαίρας και οικονομίας, κατηγορούν την κυβέρνηση πως πετάει την καυτή πατάτα στο σύνολο του ελληνικού λαού.

Τη στιγμή που όσοι κυβερνούν σήμερα όχι μόνο δεν υπεκφεύγουν, αλλά παίρνουν σαφή θέση. Όχι μόνο δεν διστάζουν να βάλουν τα χέρια τους στη φωτιά, αλλά δεν δίνουν δεκάρα και για τις απολήξεις τους.

Όλοι μαζί κατηγορούν τον Τσίπρα και την κυβέρνησή του για την απόφαση να ζητήσει από τον λαό να απαντήσει ο ίδιος στον εκβιασμό των δανειστών.

Ο οποίος γίνεται πίσω από τις μπλε σημαίες με τα κίτρινα αστεράκια. Λύκος με προβιά.

Έχουμε χορτάσει σαράντα χρόνια Μεταπολίτευσης ακλουθώντας πιστά την λογική της ανάθεσης. Η σημαντικότερη «κληρονομιά» που φρόντισε να μας αφήσει ο γέρος Καραμανλής.

Η πιο φωτεινή «παρακαταθήκη» της εμμονής του Καραμανλή «να μας βάλει εις τας Ευρώπας». Επειδή το πίστευε, και όχι επειδή το υποστήριξε ο λαός.

Ο οποίος παρέδωσε στον Αντρέα που «φρόντισε να φάμε», στον Μητσοτάκη που «ήξερε το καλό μας», στον Σημίτη που «μας εκσυγχρόνισε», στον μικρό Καραμανλή που ήξερε πως «να επανιδρύσει το κράτος».

Κι από εκεί στον Γιωργάκη που ήξερε πως «λεφτά υπάρχουν», για να καταλήξει στον Σαμαρά που ήξερε την συνταγή για το «success story».

Πολλές ζωές, και όχι απλώς μία, δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε, δεν κατείχαμε. Δεκαετίες ολόκληρες ακουμπάγαμε σε κάποιον φωστήρα που κουβαλούσε τις λύσεις, τον τρόπο, την αλήθεια μας.

Η ανάθεση αυτή τελείωσε στις 25 Ιανουαρίου.

Στην κυβέρνηση της χώρας βρίσκονται σήμερα δυνάμεις που είναι αποφασισμένες να δυναμώσουν τα μπάσα στη φωνή του λαού. Να την επικοινωνήσουν στα πέρατα της γης και να εκθέσουν μια για πάντα το ετοιμόρροπο σύστημά τους.

Όλος ο πλανήτης θα δει τον ελληνικό λαό να παίρνει θέση. Και για να μην έχουμε καμία αυταπάτη, ολόκληρος ο πλανήτης θα παρακολουθήσει τον ελληνικό λαό να πληρώνει για την απείθειά του αυτή.

Τα γεράκια όμως δεν θα πρέπει ποτέ πια να κοιμούνται ήσυχα.

Η σπίθα άναψε και η φωτιά κατακαίει. Θα κάψει τις φωλιές τους, θα κάψει τα αυγά τους. Θα κάψει τα φτερά τους.

Είναι η ευκαιρία της Ελλάδας να αποδείξει σε ολόκληρο τον πλανήτη πως η Δημοκρατία στην Ευρώπη είναι αλυσοδεμένη χειροπόδαρα, κλεισμένη στα μπουντρούμια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Και επιβιώνει μόλις και μετά βίας, καταρρακωμένη, αφυδατωμένη και αδυνατισμένη, με δόσεις που εγκρίνονται κάθε εβδομάδα από τον ELA και κάθε τρεις και λίγο από τα Eurogroup.

Την Κυριακή θα ψηφίσουμε απέναντι στη μαφία που μεθοδευμένα επιχειρεί να νομιμοποιήσει την δικτατορία των τραπεζών.

Η μπάλα πλέον δεν είναι ούτε στο γήπεδο των δανειστών. Ούτε στο γήπεδο της ελληνικής κυβέρνησης. Η μπάλα είναι στο γήπεδό μας, και αυτό θα πρέπει να το υποδεχτούμε με χαρά, ενθουσιασμό, χωρίς φόβο και με πολύ πάθος.

Η Δημοκρατία είναι στα χέρια μας. Και γι’ αυτό κάθε άλλο παρά θα πρέπει να ντρεπόμαστε.