Αυτούς που σε προδώσανε και σε έντυσαν ζητιάνα..

IMG_20160227_023331

Στην άκρη της χερσονήσου του Αίμου, πριν από χιλιάδες χρόνια εμφανίστηκε ένας λαός που έμοιαζε με τον τόπο που τον γέννησε.

Ένας λαός που έμοιαζε με τον ήλιο που καθημερινά τον έλουζε, με τα κύματα της θάλασσας που χτυπούσαν τα πόδια του και με τον

αέρα που έδερνε τα μαλλιά του. Γελαστός και όλο ζωντάνια, αγέρωχος και οξύς, περήφανος και αγωνιστής. Έχτισε σπίτια για να προφυλαχθεί, κτίσματα για να λατρέψει το Θείο, δάμασε την φύση και τράφηκε απ’ αυτήν. Έκανε τους ήχους των ποταμιών και των φαραγγιών τραγούδια και τα παιχνίδια των ζώων, χορούς και παιχνίδια. Είχε όμως ένα μεγάλο κακό. Στο πάνθεον του, είχε την θεά Διχόνοια που σε κάθε δυσκολία τον καθοδηγούσε στον αλληλοσπαραγμό. Έτσι κάθε φορά που πετύχαινε κάτι, γκρεμιζόταν. Μα κάθε φορά που θηρία άπλωναν τα νύχια τους, ωσάν γροθιά κύκλωπα γίνονταν και νικούσαν. Και πέρασαν πολλά από δαύτα να πατήσουν έναν λαό που μόνο τραγούδια και χορούς γνώριζε. Και θεό στην κορφή του, θεό φιλόξενο και σπλαχνικό είχε. Πέρασαν ύαινες πολλές, που θέλαν από λίγο να δαγκώσουν. Ζήσαν μ’ αυτές και τις πολέμησαν. Πήραν και δώσαν πολλά. Μάθαν στον κόσμο να ερμηνεύει την ζωή, να γνωρίζει τον χρόνο, να ξεπερνά την φύση σε γη και θάλασσα. Φτάσαν στα πέρατα της γης και μάθαν την γνώση του κόσμου ολάκερου. Γέννησαν σοφούς, θεραπευτές σώματος και ψυχής, τραγουδιστές και ποιητές και αγάπησαν τον άνθρωπο. Μα κάποτε, ήρθαν μεγαλοδάσκαλοι να του πουν οτι δεν είναι ίδιοι με τους παππούδες τους γιατί δεν έχουν το ίδιο αίμα με αυτούς. Αλλά τότε βρέθηκε ένας σοφότερος γεροδάσκαλος που τους είπε: “Ε ΚΑΙ; Μιλούμε την ίδια γλώσσα που μιλούσαν οι πατεράδες μας, χορεύουμε όπως οι νύμφες στα παραμύθια μας, τραγουδούμε τα τραγούδια του γέρο-Όμηρου και οι φορεσιές μας

είναι σαν τα πέπλα των παναθηναίων” που Και αφού πολέμησαν εχθρούς που τον απείλησαν, βρέθηκαν πάλι χωρισμένοι από γύπες που θέλαν να εκμεταλλευτούν τον λαό αυτό ξανά και να τον πάρουν με το μέρος τους. Αίμα χύθηκε πολυ, και άρχισαν όλα απ’ την αρχή. Και έφτασε ως σήμερα αυτός ο πολύπαθος λαός και ήρθαν τα παιδιά των παλιών του εχθρών, που μόνο καλά τους έκανε αυτός ο λαός,

και του είπαν πως είναι τεμπέλης και ράθυμος, πως ζούσε σε ξένες πλάτες και πως ήταν αχαλίνωτος ο λαός που είπε το “μέτρον άριστον”. Ακόμα και οι αρχηγοί του, τον είπαν χαραμοφάη και κοπρίτη. Αυτοί που στο μεγάλο φαγοπότι, φάγαν το ψάχνο και έριξαν σε κάποιους φουκαριάρηδες τις πέτσες, για να τους προσκυνάνε αιώνια και ήρθαν να βάλουν χαλινάρι οι αχαλίνωτοι αρχικλέφτες

στον λαό που ακόμα και την πίκρα έκανε τραγούδι! Του βάλαν σκληρούς φόρους για να τον ξεφτιλίσουν και να τον υποτάξουν, γιατί ξέραν πως ήταν ανένταχτος. Του πήραν και την πιο μικρή μπουκιά απ’ το στόμα γιατί είπαν πως έφταιγε αυτός για όσα συνέβησαν, του έκοψαν το ηλεκτρικό και τον έβαλαν να τρώει στα συσσίτια των εκκλησιών. Κόψαν τις συντάξεις από εκείνους που πολέμησαν για να’ναι λεύτερος αυτός ο λαός και μάυρισαν το μέλλον των εγγονιών τους. Είπαν πως θα φέρουν μεγαλοσπουδαγμένους ξένους να τον βάλουν να δουλέψει για να φάει ξανά ψωμί και ξένους αρχηγούς του βάλαν.Στον λαό που χόρεψε με τον χάροντα σε μαρμαρένιο αλώνι και βγήκε νικητής, που έφτασε μέχρι το τελευταίο άκρο τούτης γης και δούλεψε για να τρώνε οι άλλοι λαοί γύρω του, σ’ αυτούς που δώσαν το ψωμί τους στον μεσόκοπο διαβάτη και

άναβαν κερι για να φυλάει ο θεός όλο τον κοσμο. Υποταγμένοι σε αφεντάδες και χαρτιά με νούμερα, πως να καταλάβουν την αγέρωχη λεβεντιά του Έλληνα;Χριστό και ψυχή του δίδαξε ο Πατροκοσμας, λέφτα και σπίτια ψηλά οι μεγαλοδασκάλοι και οι πολύχρωμοι ρασοφόροι των αλλων. Αυτή είναι η διαφορά μας.Εμείς είχαμε για δασκάλους μας ασκητές καλόγηρους και μπαλωμένους αγωνιστάδες, και εκείνοι κουστουμάτους μεγαλοκαθηγητάδες και ρασοφόρους που μοίραζαν χαρτιά ωσάν θεοί. Μας κατασπάραξαν σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, μας πήραν βιός

και χώματα της πατρίδας μας, μας ταπείνωσαν και μας κάναν δούλους ! και σήμερα ζητούν ξένους κόπους. αντί να μας χειροκροτούν κάθε φορά που εξιστορούν, χειρουργούν, διδάσκουν φιλοσοφία και μαθηματικά και μιλούν με λέξεις της γλώσσας μας. Θαύμασαν μέχρι και την τελευταία πέτρα απ’ τα ιερά των παππούδων μας, αλλά αποκήρυξαν τα παιδιά τους γιατί δεν είναι ίδια με τους αρχαίους λένε. Διότι δεν γνωρίζουν οτι και εκείνοι ζούσαν ξέγνοιαστα με το βλέμμα στο σίγουρο θάνατο και στην ματαιότητα της ύλης, χωρίς να φτιάχνουν μεγάλες αποθήκες για να κρύβουν σακιά με λίρες και φλουριά, αλλά φτιάξαν έργα που έμειναν αγέρωχα απέναντι στον χρόνο και διασκέδαζαν χορεύοντας σε βουνά και πεδιάδες, γιορτάζοντας τον έρωτα, την ζωή και τον θάνατο. Μα τι να περιμένει κανείς από ξένα κοράκια που περιμένουν να φαν τα πτώματα όταν δεν θα μπορούν πια να αντισταθούν, οτάν οι ίδιοι οι “εθνοπατέρες μας” μιλούν έτσι γι’ αυτόν τον λαό; Εκείνοι που πούλησαν το μεγαλύτερο παραμύθι στην ιστορία μας, οτι η θέση μας δεν είναι στα χωριά και τις πόλεις μας, αλλά στα αστικά κέντρα που η αποξένωση και ο ψυχικός θάνατος χτυπάει κόκκινο. Κάλεσαν τον κόσμο να έρθει στην Αθήνα, αν θέλει να φάει ένα κομμάτι ψωμί και να αφήσει τον τόπο του έρμαιο. Τους δώσαν θέσεις σε γραφεία και τους βάλαν να υπογράφουν, χωρίς να ξέρουν γράμματα. Είπαν το

χωριό κατώτερο πολιτισμό και την πόλη τον ανώτατο. Και εκείνοι άφησαν το νυχτέρι και την βρύση του χωριού, την πίτα και την κουλούρα του γάμου, την εκκλησία και το πανηγύρι, γιατί ήταν χωριάτικα και δεν πρέπαν σε μορφωμένους. Άδειασαν τα χωριά μας, ξεχάσαμε τα τραγούδια μας, παρατήσαμε τα χωράφια μας και τις στάνες και κόψαμε ακαριαία την πρόοδο του πολιτισμού μας. Και σήμερα αυτοί οι μεγαλοηγέτες πετούν κοτρώνια στον λαό αυτό, όπως στα άγρια ζώα. Εκέινοι που τον ανάγκασαν να πέσει στα πόδια τους για να φάνε, γιατί ήταν η μόνη λύση να ταΐσουν τα παιδιά τους,αφου βασίλεψε η αναξιοκρατία. Οι παππούδες μας έκαναν το χρέος τους και πολέμησαν για μια ελεύθερη πατρίδα. Οι γονείς μας υποτάχθηκαν και έγιναν συννένοχοι, είτε μετέχοντας, ειτε σιωπώντας. Ήρθε ο καιρός να κάνουμε εμείς το χρέος μας και να δείξουμε τα ιδανικά και τις αρετές μας στα πέρατα της γης, γιατι στην γη ετούτη που πατούμε έζησε ο Διογένης, που μπρος τον Μέγα

Αλέξανδρο δεν φοβήθηκε να του πει να κάνει πέρα γιατί του κρύβε τον ήλιο. Ας πάρουμε την τύχη στα χέρια μας και ας γυρίσουμε στις ρίζες μας. Ας πάμε πίσω στα χωριά μας και ας φυτέψουμε τα χορταριασμένα μας χωράφια που μείναν έρμα. Ας μεγαλώσουμε εμείς το κρέας που

αύριο θα φάνε τα παιδιά μας και ας ενισχύσουμε την παράδοση του τόπου μας. Άς βγούμε στις αυλές και στα μπαλκόνια μας, ας

φωνάξουμε τους γείτονες μας να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε παρέα, όπως τότε που οι πατεράδες μας πεινούσαν και δεν είχαν

τηλεόραση και υπολογιστή, αλλά ήταν χαρούμενοι. Ας διώξουμε από μέσα μας το βόλεμα και την εύκολη λύση. Δεν το είχαν οι πρόγονοί

μας, που μας έδωσαν ένα κομμάτι γης, να το φυλάξουμε “απ’ το τσακάλι και την αρκούδα”. Ας γίνουμε η γενιά της περηφάνεις και

της ομοψυχίας. Το μόνο που μας σώζει είναι να ανοίξει ξανά το σχολείο το καφενείο και η εκκλησία του χωριού και να γεμίσουν με

φωνές, να φάμε ξανά μαζί την Κυριακή και να μιλήσουμε με εκείνους που αγαπάμε, γιατί αρκετά κουταθήκαμε με το chat.

Ας αναλογιστούμε τι χάσαμε και ας επιστρέψουμε στην ανθρωπιά μας. Γιατί πατρίδα μας είναι η Ελλάδα και δεν θα αφήσουμε κανέναν

να την ρημάξει…

εγραψε το πιτσιρικι

IMG_20160227_023331

wpid-wp-1456784803557.jpeg