Γυμνή κι αλησμόνητη

wpid-wp-1464639688412.jpeg

Βιαζόταν το λιοντάρι μας, μα μπήκε για να φάει,
σαν προσβολή θα ήτανε άμα δεν το ‘χε κάνει.
Μα λίγο αφού ξεκίνησε το στόμα να γεμίζει
με τα πικρά τα χόρτα της και το παστό γουρούνι
τοτ’ αφυπνίσθη το κορμί και φαγητό ζητούσε.

Τον τάισ’ η κυρά καλά, του ‘βαλε και μια κούπα,
απ’ το κρασί που φύλαγε για όταν θα ‘χε γάμο.
Ο Ζάχος ήπιε έφαγε, εκόρωσε το σώμα
και στο κρεβάτι ξάπλωσε να κοιμηθεί μιαν ώρα.
Όμως η μέρα έφυγε και ξύπνησε μονάχα
όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκανε τρεις κόρες.

Η πρώτη ήταν ώριμη και είχε μαύρα μάτια
μπούστο σφιχτά τα στήθη της προβάλλαν γινωμένα.
Η δεύτερη περπάταγε ίδια σαν να ‘ταν γάτα
οι γάμπες της γυαλίζανε και τρίζαν σα μετάξι.
Και μπήκε η μικρότερη, μία γαλανομάτα,
καιρός πολύς δεν πέρασε που έγινε γυναίκα.
Ήτανε άσπρη πιο πολύ κι από το φως του ήλιου
δε βάσταγες να την κοιτάς, σε πόναγαν τα μάτια.

Ξαφνιάστηκαν που βρήκανε άγγελο στο κρεβάτι,
τη μάνα τους κοιτάξανε μ’ αγριεμένο μάτι.
Εκείνη λίγο γέλασε, τους έδειξε τα ρούχα,
τα φόραγε στον ύπνο του, στιγμή δεν τα ‘χε βγάλει,
ο Ζάχος που τις κοίταζε και μάλαζε τα μάτια.

Κάτσαν στο προσκεφάλι του κι αρχίσαν να ρωτούνε,
αυτός τόσο  ζαλίστηκε από τ’ αρώματα τους
που νόμιζε κοιμότανε και όνειρο πως ήταν.
Μόνες γυναίκες που ‘χε δει ως τότε στη ζωή του
οι αυστηρές καλόγριες που όρκο είχαν δώσει.
Ποτέ τους δεν ξυρίζονταν, δεν έπιαναν σαπούνι,
μηδέποτε στο πρόσωπο ψιμύθια δε βάζαν
και όσο από άρωμα… καλύτερα μην ξέρεις.

Και τώρα ήταν ανάμεσα σε τρεις πανώριες νύμφες,
τα μάτια του δε χόρταιναν, τ’ αυτιά του τεντωμένα.

Η πρώτη μίλαγε βαριά κι είχε φωτιά στα στήθη,
η δεύτερη γουργούριζε κι επάνω του τριβόταν.
Κι η τρίτη, η μικρότερη, αυτή φεγγοβολούσε.

Να κοιμηθεί δεν μπόρεσε κείνο το πρώτο βράδυ,
«σαν ξημερώσει θα χαθώ» είχε αποφασίσει.

Μα το πρωί σαν χάραξε οι δύο κόρες φύγαν,
έμειν’ η μεγαλύτερη, μετά ‘φυγε κι η μάνα.
Εκείνη του ‘φερε αυγά, σπαράγγια και καρύδια,
τον τάισε, τον φρόντισε σαν να ‘ταν σύζυγός της.
Και πριν να δύσει και να ‘ρθουν πίσω ξανά οι άλλες
τον ρώτησε στενάζοντας πόσο καιρό θα μείνει.
«Θα φύγω αύριο το πρωί» της είπε ο Ζαγρέας.

Μα το πρωί ξημέρωσε και φύγαν οι δυο κόρες
έμεινε μόνο η δεύτερη, μετά ‘φυγε κι η μάνα.
Του έφερ’ αγριόμελο και ψάρια –πού τα βρήκε;
Τον τάισε, τον φρόντισε σαν να ‘ταν σύζυγος της.
Και πριν να δύσει και να ‘ρθουν πίσω οι άλλες κόρες
ρώτησε νιαουρίζοντας πόσο καιρό θα μείνει.
«Θα φύγω αύριο το πρωί» της είπε ο Ζαγρέας.

Μα το πρωί ξημέρωσε και φύγαν οι δυο κόρες,
απέμεινε η μικρότερη, μετά ‘φυγε κι η μάνα.
Εκείνη μόνο του ‘δωσε να φάει ένα μήλο
και όλο κάτω κοίταζε, ντρεπόταν να μιλήσει.
Μα πριν να δύσει και να ‘ρθουν πίσω οι άλλες κόρες
το βλέμμα λίγο σήκωσε, τον κοίταξε στα μάτια.

Ο Ζάχος εζαλίστηκε σαν να ‘ταν μεθυσμένος,
μπροστά της πήγε κι έκατσε, της έπιασε το γόνα.
«Εσένα θε να παντρευτώ, για πάντα εδώ θα μείνω»
είπε χωρίς να σκέφτεται και δίχως να λογιέται.

«Είμαι μικρή, είσαι μικρός, πολύ νωρίς για γάμους,
άμα δεν κάνεις όσα θες μετά θα καταριέσαι.
Γι’ αυτό, άμα μ’ αγάπησες, να φύγεις απ’ το σπίτι
να πας να κάνεις πράματα ωσπού να γίνεις άντρας.
Κι όταν χορτάσεις, όταν δεις, μόλις μεστώσει ο νους σου,
φέρε ανθούς της λεμονιάς, εγώ θα περιμένω».

Ο Ζάχος όρθιος στάθηκε, κίνησε για την πόρτα.
«Μονάχα πες μου πού θα βρω άλογο να με πάρει.
Πες μου αν ξες περήφανο για να με φέρει άτι».

«Εδώ πιο κάτω» είπ’ αυτή «στο μαρμαρένιο αλώνι,
τρία αλόγατα θα βρεις, ήταν των αδερφών μου.
Το πρώτο τρώει σίδερα, το δεύτερο λιθάρια,
το τρίτο το κατάμαυρο τα δέντρα ξεριζώνει.
Γυρίσαν πίσω άγρια κανέναν δεν αφήνουν
να ανεβεί στη ράχη τους, να τα καβαλικέψει.
Μη φοβηθείς, πλησίασε, πες τα ονόματα τους,
αυτά που τους τα δώσανε σαν ήσαντε πουλάρια.
Το πρώτο λεν Αλύγιστο, το δεύτερο Ζαγάρι,
το τρίτο, το πιο άγριο, αυτό το λεν Ορλάντο.
Από ‘σπανό τ’ αγόρασε, από Σεφεραδίτη,
ο αδερφός μου κι έδωκε πολλά χρυσά για κείνο».

Ο Ζάχος για έξω κίνησε, μα γύρισε και πάλι.
Από την τσέπη έβγαλε τα χρήματα που είχε
στα χέρια της τ’ απόθεσε, χωρίς να την αγγίξει.

«Αγόρασε το νυφικό, άλλα λεφτά δεν έχω,
κι αν για το πέπλο δεν αρκούν πρόσμενε να γυρίσω.
Μα δως μου κάτι να κρατώ, δως μου κάτι δικό σου,
πάνω μου πάντα να βαστώ ποτέ μη λησμονήσω».

«Πράμα δεν έχω όμορφο ουδέ κι ένα μαντίλι,
μα πάρε κάτι να βαστάς, ποτέ να μην ξεχάσεις».

Το λόγο της σαν τέλειωσε έβγαλε το φουστάνι
γυμνή όπως γεννήθηκε στάθηκε μπρος στον Ζάχο.
Εκείνος μόνο κοίταζε, το στόμα του δυο πήχες.
Άλλους δυο χτύπους η καρδιά επρόλαβε να κάνει,
πριν να ντυθεί το ρούχο της η όμορφη κοπέλα.

Χωρίς πια να μιλήσουνε, χωρίς να φιληθούνε
ο Ζάχος έξω έφυγε και σφάλισε την πόρτα.
Περπάταγε κι έλεγε  «γρήγορα θα γυρίσω»
κι εκείνη χαμογέλαγε, το ‘ξερε θα γυρίσει.

Δρόμο πολύ δεν έκανε και βρέθηκε στ’ αλώνι,
εκεί που χρεμετίζανε τ’ αγριεμένα τ’ άτια.
Το πρώτο τρώει σίδερα, το δεύτερο λιθάρια,
το τρίτο το κατάμαυρο ξερίζωνε τα δέντρα.

Ο Ζάχος τα πλησίασε κι είπε τα ονόματά τους
κι αμέσως ημερέψανε σα να ‘τανε φοράδες.
Το τρίτο καβαλίκεψε, το ‘στρεψε προς τον Νότο,
κι αυτό να τρέχει άρχισε λες κι ήταν το πουλάρι
κάποιας φοράδας που ‘στρεψε τ’ ανέμου τα καπούλια.

image

http://sanejoker.info