Ο βασιλιάς και ο τρελός

wpid-wp-1464724952011.jpeg

Το ίδιο το απόγεμα, πνιγμένη απ’ το γέλιο
που ακουγόταν δυνατά σε όλο το παλάτι
ανέβηκε η βασίλισσα πάλι πάνω στον πύργο.

Την είχε ο γέρος βαρεθεί, δε γύρισε να κοιτάξει
ούτε και σαν τον ρώτησε: «Αυτόν τι να τον κάνω;»
Αναφερόταν στον τρελό που ολημερίς γελούσε.

«Μην τον σκοτώσεις μοναχή, στείλ’ τον στον ξάδελφό σου
που βασιλεύει στ’ αχανές βασίλειο της Θούλης.
Δωσ’ ένα γράμμα στον φρουρό σ’ αυτόν να διαβιβάσει
στο χέρι αυτοπρόσωπα κι όχι σε κάποιον τρίτο.
Γράψε πως είναι ο τρελός πιο σώφρων από άλλους
και ότι το ‘χει για σκοπό την τάξη ν’ ανατρέψει.
Να ρίξει τα βασίλεια να κάμει οχλοκρατία,
να κάμει ίσους κι όμοιους δούλους και βασιλιάδες.
Γράψ’ του πως όρκος θεϊκός το χέρι σου το δένει,
γι’ αυτό βοήθεια ζητάς από τον συγγενή σου.
Σαν τον σκοτώσει αθόρυβα, το σώμα του να κάψει,
και ό,τι στάχτες θα γενούν στο πέλαο να πετάξει».

«Και τι να κάνω το παιδί; Τη μάνα τι να κάνω;»

«Αυτό άσ’ το σε μένανε, μονάχα να μου στείλεις
κάποιον που να μπιστεύεται, κάποιον που να πιστεύει».

Έτσι το ζεύγος χώρισε, η μια σε μοναστήρι,
κι ο άλλος βόρεια πολύ, έμελε να πεθάνει.
Μα όταν κάνει σχέδια ο άνθρωπος και μετράει
πόσα θα κάμει αύριο, πόσα θα καταφέρει,
τότε τον βλέπει ο Θεός και δυνατά γελάει.

Μόλις το γράμμα διάβασε ο βασιλιάς της Θούλης
πρόσταξε να του φέρουνε τον άθλιο ταραξία.
Ήταν σκληρός σαν βασιλιάς, οίκτο δεν είχε διόλου,
και τους εχθρούς παλούκωνε για να τους συνετίσει.
Μα όταν είδε τον τρελό απόρησε κι εκείνος
καθόλου επικίνδυνος στ’ αλήθεια δε φαινόταν.

«Εσύ ‘σαι ο αναρχικός που βάζει δυναμίτη
σ’ όσα ελέω των θεών εμείς έχουμε πάρει;»
«Συ είπας» του απάντησε γελώντας ο Διογένης,
χωρίς αυτός να νοιάζεται τι του ‘παν και τι είπε.

«Για πρόσεχε τα λόγια σου και είναι ο λαιμός σου
κλαδί στη λαιμητόμο μου, κλαράκι στο τσεκούρι.
Κι αν θέλεις το κεφάλι σου να μείνει όπως έχει
πες μου τις πεποιθήσεις σου, πες μου σε τι πιστεύεις».

«Πίστη μου είν’ το τίποτα, πεποίθηση καμία».

«Μηδενιστής είσαι λοιπόν, μολόγα να γλιτώσεις
απ’ τα βασανιστήρια, γρήγορα να πεθάνεις».

«Συ είπας» του απάντησε ξανά ο Διογένης.

«Μα δε φοβάσαι να χαθείς, δε θες να υπερασπίσεις,
τον εαυτό σου και να πεις δυο λόγια να σ’ αφήσω;»

«Αν σου ‘λεγα πως τίποτα, κανέναν δε φοβάμαι
τι όνομα θα μου ‘δινες για να με κατατάξεις;
Μηδενιστής, αναρχικός, ηλίθιος, ταραξίας,
λέγε με όπως προτιμάς και κάνε τη δουλειά σου.
Αυτό το σώμα είν’ θνητό και πεθυμιά δεν έχει
να συνεχάει να σέρνεται μες στης ζωής το βούρκο».

Μα έψαχνε ο βασιλιάς λόγο να τον αφήσει
το έβλεπε στα μάτια του, τ’ άκουγε στη φωνή του
δεν ήταν επικίνδυνος, τίποτα δεν ποθούσε.

«Πες μου μια λέξη να σωθείς, εκλιπαρών θα φύγεις».

«Δεν έχω πού να πάω πια ούτε τι να ζητήσω
μόνο αν θες κάνε πιο κει, τον ήλιο μου τον κρύβεις».

Έσκυψε το κεφάλι του, αρκούσε ένα νεύμα
για να τον οδηγήσουνε ευθύς το Διογένη
στου δήμιου τα ενδότερα, στου σταυρωτή τον πάγκο.
Είδε ξανά τα μάτια του, ήταν θολά σαν ψάρι
που μέρες έμεινε πολλές έξω από τον πάγο.
Κοίταξε και τα ρούχα του, τον τρόπο που στεκόταν
και γέλια τονε πιάσανε, του ήρθε να γελάσει.

Πλησίασε τους φύλακες τους είπε τι να κάνουν:
«Πάρτε τον τώρα από δω, τρελούς εγώ δε σφάζω,
έχεις κατάρα απ’ τους θεούς αν τέτοιους ακουμπήσεις.
Κι άμα τρελός δεν είναι αυτός τότε κι εγώ δεν είμαι
ο βασιλιάς της χώρας μου, της αχανούς της Θούλης.
Γιατί αναμφίβολα τρελός μπορεί να είναι κάποιος
αν δεν τον νοιάζει άμα ζει και άμα θα πεθάνει.
Σηκώστε τον κι αφήστε τον στη μέση της πλατείας
να καμαρώνει ο λαός που ‘χει σώας τας φρένας».

Έτσι τον αμολήσανε στη μέση της πλατείας
πρόσωπο έγιν’ ιερό της πολιτείας όλης.
Κανείς δεν τον κορόιδευε του δίνανε να τρώει
και δε γελούσανε μ’ αυτόν, τον είχαν για προφήτη.

Κάθε καμένος πήγαινε τον ρώταε τι να κάνει
πώς θα κερδίσει την καρδιά αυτής που αγαπούσε
ή πώς θα έβγαζε λεφτά χωρίς να ιδροκοπήσει.

Και ο τρελός τον έδερνε, του ‘ριχνε με μαγκούρα,
έτσι το καταλάβαινε πόσο ανούσια ήταν
αυτά που τον βασάνιζαν, που κλέβαν τη χαρά του.

Ένα πιθάρι έστησε τα βράδια να κοιμάται
σαν να ‘ταν σκύλος ξάπλωνε καταμεσής στη στράτα.
Δάγκωνε τους περαστικούς, γάβγιζε τις κυράδες
κι αν κάποιος τον αρώταγε τι είναι τι δεν είναι,
ο άνθρωπος, η μοίρα του, τι να ‘ναι η ζωή του,
τότε αυτός κουκούβιζε κι έκανε μια κουράδα.

Και κάπως έτσι πέρασαν οι μέρες και τα χρόνια
κανένας δεν το έμαθε ποιο ήταν το όνομα του
σα σκύλο μόν’ τον ήξεραν έτσι και τον φωνάζαν
μα ήτανε σαν άγιος, καθένας τον σεβόταν.

image

http://sanejoker