Όταν αγγίζεις το τέλος…

7025-2

Κι όμως… Να λοιπόν που κάποτε φτάνει εκείνη η στιγμή που φοβόσουν όσο τίποτα άλλο. Η στιγμή που λυγίζεις, η στιγμή που ο τοίχος που βρίσκεται απέναντι σου μοιάζει να “ναι ανίκητος.
Πάλεψες με όλες σου τις δυνάμεις. Κάθε χαστούκι που έτρωγες πίστευες πως σε κάνει και πιο δυνατό. Για κάθε βήμα που σε γύριζαν πίσω, έκανες δυο μπροστά.
Δε φοβήθηκες τίποτα. Μονάχα τον ίδιο σου τον εαυτό. Και να που τώρα οι φόβοι σου φαντάζουν ανίκητοι…

Γνώρισες έναν διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο που δεν υπάρχουν διακρίσεις. Αντιστάθηκες με κάθε ικμάδα σου. Φώναξες μέχρι να κλείσει η φωνή σου, ένιωσες τα μάτια σου να καίνε από τα δηλητήρια που σου έριξαν.
Πάλεψες. Έκανες σπίτι σου μια αγκαλιά σε κάποια πλατεία.
Κι όταν σ” έδιωξαν από εκεί, έκανες σπίτι σου ολόκληρο τον κόσμο…
Έβαλες το στήθος σου μπροστά για να νιώσεις έστω και λιγάκι άνθρωπος.
Μοίρασες φάρμακα για ν” απαλύνεις έστω και λιγάκι τον ανθρώπινο πόνο. Και μαζί μ” αυτόν, τον πόνο της δικιάς σου της ψυχής…
Έτρεξες έξω από ένα δικαστήριο για να σταματήσεις το τέρας πριν αυτό καταβροχθίσει ένα σπίτι. Μπήκες μπροστά στις Σκουριές, στην Κερατέα. Δε φοβήθηκες, δε νικήθηκες…
Μαγείρεψες στο κρύο, βούτηξες δίχως να το σκεφτείς στα παγωμένα νερά για να σώσεις την ψυχή σου, μην αντέχοντας άλλο το άδικο.
Άνοιξες δίχως να το σκεφτείς στιγμή την αγκαλιά σου κι έκλεισες μέσα της όλο τον κόσμο.

Dark%20Roasted%20Blend
Dark Roasted Blend

Μα τώρα φοβάσαι πως λύγισες. Πως νικήθηκες.
Νιώθεις πως δεν αντέχεις άλλο πια… Πως δεν έχεις πια τη δύναμη το τέρας στα μάτια ν” αντικρίσεις.
Έχασες την ελπίδα που κρατούσε ζωντανή τη φωτιά μέσα σου και ζέσταινε την ψυχή σου. Και τώρα κρυώνεις…
Παραδόθηκες. Έσκυψες το βλέμμα. Λες πως δεν αντέχεις άλλο πια. Το βάρος της απανθρωπιάς γύρω σου σ” έλιωσε.
Αχ και να “ξεραν πόσο ντρέπεσαι γι αυτό… Πόσο ντρέπεσαι που δεν κατάφερες ν” αλλάξεις τον κόσμο. Πόσο ντρέπεσαι που τελειώσαν τα κουράγια σου.
Πόσο πονάει η ψυχή σου που το τέρας μοιάζει πια ανίκητο…

Κρυώνεις. Και νιώθεις μόνος. Απλώνεις το χέρι σου και το μόνο που συναντάς γύρω σου είναι το κενό. Ένα κενό που σου σφίγγει την ψυχή και που λιώνει το είναι σου. Παγωμένο, που μοιάζει δίχως αρχή και τέλος…
Η καρδιά σου χτυπάει τόσο δυνατά λες και θέλει να σε ξυπνήσει από τον λήθαργο. Λες και παλεύει με νύχια και δόντια να διώξει το σκοτάδι που στοιχειώνει τις ατέλειωτες νύχτες σου.
Μάταια όμως, εσύ δεν την ακούς πια…
Νιώθεις πως ίσως και να βρίσκεται το τέλος στην επόμενη στροφή. Ή μπορεί και το έφτασες ήδη δίχως να το “χεις καταλάβει…
Τα πόδια σου βαδίζουν δίχως να κουβαλάνε πια κι εσένα μαζί τους. Δίχως νόημα πια, δίχως προορισμό. Έτσι, στο πουθενά…
Κι όλο αναρωτιέσαι, λες να “ναι το τέλος αυτό;
Και φοβάσαι… Φοβάσαι και κρυώνεις…

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°