Daily Archives: Νοεμβρίου 18, 2014

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου…

images

Ανοίγω το μυαλό μου να βγάλει λέξεις μικρές και εύκολες. Με λίγα γράμματα. Αφαιρώ τους τόνους από επάνω τους. Άτονες και ελαφριές. Για να ταξιδέψουν ευκολότερα στις ακουστικές οδούς σου και στον λαβύρινθο του μυαλού σου. Κλείνω τα μάτια και αφουγκράζομαι το αίμα μου να κυλάει στις φλέβες μου, γρήγορο και καυτό. Παίρνω λίγη από την κάψα του και ξεκινάω να αποσπώ τις λέξεις, μία-μία.

Ξεκινάω με την ‘αγαπη’. Στην στέλνω έτσι. Τρία φωνήεντα, δύο σύμφωνα. Ανισόρροπη η ίδια, ανισόρροποι και εμείς που την πιστεύουμε. Ποτέ δεν την ανέλυσα, ποτέ δεν την διύλισα. Κι όμως, μέσα της κολύμπησα και πνίγηκα. Ήταν ο καιρός που τα γράμματα δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στα αισθήματά μου.

Περνάς από το μυαλό μου. Η όψη σου κατακλύζει τις εικόνες μου και η μυρωδιά σου καταλύει τις αντοχές μου. Έτσι σε θυμάμαι τις ώρες της μοναξιάς μου. Αιθέρια και διάφανη. Μα πάνω απ’ όλα ευάλωτη. Να θέλω να σε αγκαλιάσω, να σε κρατήσω σφιχτά και να σε προστατέψω απ’ όλους και απ’ όλα. Κυρίως από εσένα. Ανοίγω τα μάτια. Επανέρχομαι.

Συνεχίζω την λεξική ενδοσκόπηση του μυαλού μου. ‘ερωτας’ η συνέχεια στις λέξεις. Όχι όμως και στην διαδικασία. Μα, ποιος κοίταξε την διαδικασία ποτέ από τους δυο μας; Κανένας μας. Ζήσαμε αυτό που ανέβαινε στο λαιμό μας και μας έπνιγε. Θέλαμε διέξοδο και ανακαλύπταμε τα αδιέξοδα. Ανέξοδα. Με απλοχεριά γεννούσαμε αισθήματα και πλημμυρίζαμε τα σώματά μας. ‘Να έχουν να πορεύονται σε μέρες άνυδρες’ μου είχες πει. Και δεν άργησαν οι μέρες οι άνυδρες να φανούν. Και στέρεψαν τα κορμιά. Και στέρεψαν οι αισθήσεις.

Sarah Brightman στα ηχεία. ‘Harem’. Ξέρεις, εκείνη η φωνή που μπορεί να σκοτώσει κάθε τι γήινο. Περνάει στα αυτιά μου και σκοτώνει την βουή της ανάσας μου. ‘Sing for me a song of life’s visage, Sing for me a tune of love’s mirage’ παρακαλάει και νοιώθω το παρακαλητό της να πλέκει ιστό αράχνης γύρω από το στόμα μου. Στεγνώνει τα χείλη μου και κάνει την γλώσσα μου να στερεύει από σάλιο.

‘ανασα’ σου στέλνω. Χωρίς καμία μείναμε. Εκείνες τις ώρες που η θλίψη έκοβε στα δύο τον χωρισμό. Κι όμως, μπορέσαμε να ζήσουμε κάμποσους τέτοιους χωρίς δισταγμό. Σαν αφηνιασμένα άλογα τρέχαμε να βρεθούμε, σαν έρημες απάτητες στέπες μέναμε μετά από κάθε αντίο που τα χείλη μας ξεστόμισαν. Μου φαίνεται τόσο μακρινό μα τόσο οικείο μετά από τόσο καιρό. Μάθαμε σε χωρισμούς για να αντέχουμε να μάθουμε να ζούμε.

Φτάνω στο τέλος των λέξεων. Τελικά δεν είναι πολλές. Και κράτησα την υπόσχεσή μου. Λίγα γράμματα, χωρίς τόνους. Σου φυλάω για το τέλος την μικρότερη απ’ όλες. ‘αν’ ονομάζεται. Για όλα εκείνα που θέλουν ανάμεσά τους ένα ‘αν’ για να σταθούν αυτούσια και αυτεξούσια στον κόσμο τούτο. Θυμάσαι; Πάντα οι μεγάλες σου προτάσεις κρατούσαν ένα ‘αν’ ανάμεσά τους. Και δεν σκέφτηκες ποτέ να το βγάλεις από την μέση. Πάντα εκεί. Πάντα ανάμεσα. Τελικά, το ‘αν’ είναι σημαντικό κομμάτι πολλών λέξεων. Το γνώρισα με σένα αλλά τώρα το συνειδητοποίησα. Αργά θα μου πεις. Το έμαθα όμως, ε;

εγραψε το πιτσιρικι

Της εξορίας…

Waiting Room. Artwork by George Tooker

Ήρθαν κείνο το βράδυ να με πάρουν. Τους περίμενα. Φήμες και πληροφορίες είχαν διατρέξει την πόλη από το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Ξυρίστηκα και φόρεσα το καλό μου πουκάμισο,  άνοιξα το πιο καλό κρασί που φυλούσα καιρό για κάποια στιγμή ξεχωριστή, κάποια στιγμή σαν κι αυτή. Σκέφτηκα να βάλω να παίξει το αγαπημένο μου τραγούδι καθώς τους περίμενα, μα τότε κατάλαβα πως δεν είχα αγαπημένο τραγούδι. Σαν να λυπήθηκα με αυτή μου τη διαπίστωση.

Η πόρτα σπρώχτηκε βίαια, ίσως κάποιος απ’ αυτούς να την κλώτσησε. Κείνος ο ψηλός ξερακιανός με τα λαδωμένα μαλλιά σε χωρίστρα και την ελιά στο πηγούνι πρέπει να ήταν υψηλόβαθμος. Στεκόταν δυο βήματα πίσω κρατώντας μια στοίβα χαρτιά κι έδινε στους υπόλοιπους οδηγίες και παραγγέλματα. Οι νεαροί που τον περιστοίχιζαν με χτύπησαν στα σαγόνια με τα κοντάκια των όπλων τους. Κρίμα το καλό πουκάμισο.

Σύρθηκα στη σκάλα, σύντομα βρέθηκα στο δρόμο. Οι γύρω πολυκατοικίες άδειαζαν με ανθρώπους σαν κι εμένα. Μας ξεπροβόδιζε ένα πλήθος αμέτοχων που θρηνούσε μαζί μας. Ένας χορός τραγωδίας που τον απάρτιζαν σύγχρονοι δηλωσίες, άνθρωποι του δόξα τω Θεώ, τζογαδόροι και πόρνες, τοξικομανείς γεμάτοι στίγματα, ίδια κι όμοια με αυτά του Εσταυρωμένου. Έψελνε τον κομμό του, μελάνιαζε τα στήθια του από τα απανωτά χτυπήματα του θρήνου, έτσι … σαν προοικονομία του δράματος που θα ακολουθούσε. Οι γυναίκες που αγαπήσαμε κυριεύτηκαν από τριχοττιλομανία. Έβγαζαν με τα νύχια τους τις τούφες των μαλλιών τους ώσπου κατάντησαν άσχημες και καραφλές σαν τις γυναίκες των Σπαρτιατών, έτσι ώστε να μην της ποθήσει κανένας άλλος άνδρας για όσο καιρό εμείς θα λείπαμε.

Μας χώρισαν σε ομάδες των χιλίων και κατεβήκαμε ο ένας γερμένος πάνω στην πλάτη του άλλου, τις κυλιόμενες σκάλες του μετρό. Πατήσαμε με τις γυμνές φτέρνες της ελευθερίας πάνω στην κρύα αποβάθρα. Τα μεγάφωνα του σταθμού παιάνιζαν το “People are Strange” και πράγματι αυτό ήμασταν στ’ αλήθεια. Παράξενοι και διαφορετικοί, ένα μωσαϊκό ανυπότακτης ανομοιογένειας. Άνδρες και γυναίκες, άλλο το μπόι του καθενός … άλλο το χρώμα και το ρούχο. Άσχημοι και όμορφοι, όλοι μαζί μέσα την ασχήμια του καιρού που μας έλαχε, μέσα στην ομορφιά του αγώνα που επιλέξαμε.

Συνεχίσαμε με τα πόδια, πορεία βραδινή μέσα απ’ τα βουνά. Μια φάλαγγα κάτω από έναν ουρανό χωρίς φεγγάρι. Σκόνταψα κι έπεσα στο πιο βαθύ σκοτάδι. Ένας απ’ τους διώκτες μου με τράβηξε να σηκωθώ. Τότε βίωσα το σατόρι  μου : Η νύχτα που ‘δωσα χειραψία με φασίστα. Κι ήταν το χέρι του ζεστό. Κι ήταν το χέρι του κρύο. Κι ήταν το χέρι του ροζιασμένο. Κι ήταν το χέρι του από δέρμα και φλέβες και οστά σαν τα χέρια όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν είκοσι χρονών. Είδα το βλέμμα του, δεν ήξερε σχεδόν τίποτα. Ήξερε μονάχα πως η δουλειά έπρεπε να γίνει.

Το ξημέρωμα οι πρώτοι της φάλαγγας ξέσπασαν σε ιαχές … «θάλαττα θάλαττα» κι όρμησαν, σπάζοντας τον κλοιό, να πέσουν στο νερό. Έπειτα απ’το ξύλο μας φόρτωσαν σε βαπόρια. Στη μέση του πουθενά μας πέταξαν στο πέλαγο. Πατώναμε όλοι οριακά, με τη μύτη μας λίγα χιλιοστά έξω απ’ το αλμυρό νερό, να παίρνουμε ανάσα κι ας ήταν η άβυσσος από κάτω μας, χιλιάδες μέτρα βάθος. Κάποιοι μαστόροι που ‘χαν έρθει ειδικά για εμάς ξεκίνησαν την ταπεινή δουλειά τους. Στρώσανε τις πατούσες μας στον πυθμένα αμμοχάλικο κι οπλισμένο σκυρόδεμα. Γινήκαμε νησιά. Ένα αρχιπέλαγος ανεπιθύμητων.  Έπρεπε να είναι προσεκτικοί. Σεισμογενής περιοχή η Ελλάδα. Κάθε τόσο περνούσαν να μας δουν οι μηχανικοί. Πραγματοποιούσαν ελέγχους, κοιτούσαν την αντοχή των υλικών μας. Που να ‘ξεραν οι καημένοι ότι είμαστε φτιαγμένοι από το πιο ευγενές υλικό!

Τη δεύτερη βδομάδα ξέσπασαν στις πόλεις βίαιες ταραχές - αυτό το μάθαμε αργότερα –αυτοί που ‘χαν μείνει πίσω συγκρούονταν για εμάς.

«8 ώρες δουλειά. 8 ώρες ύπνο. 8 ώρες να πηγαίνουμε στους ανθρώπους-νησιά!».

 Νικήσανε. Μας φέρνανε κούτες τσιγάρα και μας φιλεύανε σπιτικά γλυκά στο επισκεπτήριο, αφού πρώτα περνούσαν τον αυστηρό έλεγχο του δεσμοφύλακα-φαροφύλακα. Τις νύχτες φωτίζαμε από ελπίδα. Τις νύχτες φωτίζαμε για προειδοποίηση στους ξένους ταξιδιώτες του Αιγαίου … πως εδώ είναι Ελλάδα δύο χιλιάδες και δεκατέσσερα, «δεν είναι παίξε γέλασε».

Το τυρί.

images

Ας σταματήσουμε επιτέλους να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Δημοκρατία, τουλάχιστον όπως μα έχουν μάθει να την ονειρευόμαστε, ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει.

Όλα όσα ακούγονται και λέγονται είναι με ανοχή και παρότρυνση της Άρχουσας Τάξης στο πλαίσιο της κοινωνικής ελεημοσύνης.

Άλλωστε ο Σωκράτης που «εισήγαγε καινά δαιμόνια» στην Αθήνα και «διέφθειρε με τις διδασκαλίες του τους νέους» δεν ήταν το μοναδικό θύμα του αρχαίου πρωτοτύπου.

Πυθαγόρας, Πλάτωνας, Αισχύλος, Φειδίας, Ευριπίδης, Αλκιβιάδης, Ισοκράτης είναι τα ονόματα, μερικών, όχι όλων όσων η Δημοκρατία δεν προστάτεψε από την μισαλλοδοξία των Ελλήνων.

Η Δημοκρατία ή μάλλον αυτό που σήμερα ορίζεται ως Δημοκρατία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα δημιούργημα της Δυτικής Άρχουσας Τάξης με βαθιά ριζωμένο μέσα της το DNA του φεουδαρχισμού.

Αλήθεια, σε σένα μιλάω ταπεινέ λογιστάκο, εμποράκο, ταξιτζή, σε σένα μιλάω Βουλευτή, πότε και γιατί πίστεψες ότι ΕΓΩ θα μοιραστώ την ΕΞΟΥΣΙΑ μαζί σου;

Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι η ψήφος σου έχει την ίδια βαρύτητα με την δική Μου;

Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι αξίζεις τίποτε παραπάνω από την ελεημοσύνη μου;

Γιατί θα πρέπει να μην επωφεληθώ της άγνοιάς σου ή και αυτής ακόμα της γενετήσιας οδηγίας σου για επιβίωση και αναπαραγωγή;

Αφού όσο ποιο πολύ σου δείχνω την περιφρόνησή μου τόσο πιο πολύ φωνάζεις ζήτω!

Ας σταματήσουμε επιτέλους να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Η σημερινή Δημοκρατία όπως και αν την ονομάσεις, αντιπροσωπευτική, άμεση, έμμεση, σοσιαλιστική, κομμουνιστική, φιλελεύθερη, καπιταλιστική, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τεχνική απόκρυψης του δίκαιου του ισχυρότερου.

Και ο Λαός;

Είναι ο ίδιος ο Λαός που τρείς μέρες μετά το «Ωσαννά» θα ουρλιάξει «Άρον, άρον Σταύρωσον Αυτόν»

Είναι ο ίδιος ο Λαός που βγήκε στους δρόμους του Παρισιού κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης για να φέρει στην εξουσία τον Ροβεσπιέρο.

Είναι ο ίδιος που βγήκε στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης για να φέρει στην εξουσία όχι τον Λένιν αλλά τον Στάλιν.

Είναι ο Λαός που πιστεύει ότι αυτός είναι η Εξουσία.
Είναι ο Λαός που πιστεύει ότι έχει μερίδιο στην Εξουσία.
Είναι ο Λαός που πιστεύει ότι αν ερωτάται κάθε 4, 3, 2, χρόνια ή ακόμα έστω και κάθε 10 μέρες θα αποκτήσει δικαίωμα στην Εξουσία.

Είναι ο Λαός που βλέπει το τυρί αλλά δεν βλέπει, δεν καταλαβαίνει, την φάκα.

Έφτασε, και φτάνει μόνο η υπόσχεση μεριδίου Εξουσίας για να μετεξελιχθεί κάποιος σε τυφλό ακόλουθο.

Ο Λαός στην Εξουσία.

Και κανένας δεν αναρωτιέται για τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από αυτήν την φράση.

Αλήθεια γιατί μας ενόχλησε τόσο η φράση «θρασίμια» που βγήκε από τα χείλη του κ. Σαμαρά στην ομιλία του για ελεύθερο Πανεπιστήμιο;

Και γιατί θεωρούμε απλό ατόπημα την φράση «φαφούτηδες» με την οποία ο Γάλλος Πρόεδρος Francois Hollande χαρακτήριζε τους φτωχούς ψηφοφόρους του;

Η πρόταση του blog για την διακυβέρνηση της χώρας ίσως και να δείχνει ότι προωθεί μια κοινωνία απολιτική, χωρίς ταξική συνείδηση και χωρίς ιδεολογία.

Πόσοι από εμάς όμως πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού;

Πόσοι από εμάς βλέπουν με βδελυγμία τους πολέμους και τους θανάτους που ο θρησκευτικός φανατισμός έχει σπείρει στην Οικουμένη;

Γιατί όμως δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους πολέμους που έχουν ως αίτιο τον ιδεολογικό φανατισμό;

Ας μην αναφερθώ για Κορέα, Βιετνάμ, Γιουγκοσλαβία, Καμπότζη, Πολωνία, Γαλλία.

Ας μιλήσω μόνο για την Ελλάδα.

Όταν πριν από μόλις πριν από 70 χρόνια ο αδελφός σκότωνε τον αδελφό, από ποια πλευρά θα πρέπει να ψάξουμε εκείνον που δημιούργησε κοινωνία δικαίου και ευημερίας;

Ο φόρος αίματος που με τόση προθυμία οι πατεράδες και οι παππούδες μας πλήρωσαν τότε, ήταν άραγε αρκετός ώστε να σβήσει η φλόγα του φανατισμού;

Πολιτικές ιδεολογίες, πολιτικά κόμματα, η υπόσχεση πως είμαστε, θα γίνουμε κάποια στιγμή κοινωνοί της εξουσίας, θα φέρουμε τις δικές μας αλήθειες στην Εξουσία και η αυταπάτη για ελευθερία και ισότητα μας μετατρέπουν σε πιόνια της όποιας της κάθε Εξουσίας.

Τα πρόβατα ψάχνουν για ηγέτη.

Αδημονούν για να βρουν κάποιον να τον ακολουθήσουν.

Να πιστέψουν σε αυτόν που θα τους υποσχεθεί την Επουράνια Βασιλεία, τις 40 παρθένες στον Παράδεισο.

Αναμασούν προκατασκευασμένο φαγητό.

Έπαψαν, δεν μπορούν δεν έχουν την δυνατότητα για την απλή ανθρώπινη λειτουργία που λέγεται κριτική σκέψη.

Γιατί καλό είναι να ρίχνουμε το ανάθεμα στον Αδόλφο ή σε όποιον άλλο ηγέτη ή ηγετίσκο, αλλά την ίδια στιγμή να χαρίζουμε το ακαταλόγιστο σε όσους μετέτρεψαν αυτήν του την τρέλα σε πράξη.

Είχαν όλοι τους μερίδιο στην Εξουσία, και στην πλειονότητα των περιπτώσεων καρπώθηκαν ένα μεγάλο ποσοστό της λείας που η Εξουσία τους πρόσφερε.

Η Εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη Εξουσία διαφθείρει απόλυτα.

Ακόμα και η προσμονή της διαφθείρει. Είναι ο απόλυτος διαφθορέας συνειδήσεων.

Σε παγκόσμιο επίπεδο και σε όλο το εύρος της Ιστορίας, δεν μπορώ να διακρίνω, να δείξω, περισσότερους από πέντε ηγέτες που να αντιστάθηκαν σε αυτήν την διαφθορά.

Ο «εκδημοκρατισμός» της Γηραιάς ηπείρου ξεκίνησε τον Μεσαίωνα.

Φυσικά όχι με τον διαφωτισμό, όπως ονομάστηκε, αλλά με την παραχώρηση από μέρους των Ευγενών του δικαιώματος στον απλό λαό να στρατεύεται και να πεθαίνει στον πόλεμο.

Μέχρι τότε ο πόλεμος ήταν μια από τις ασχολίες της Άρχουσας Τάξης.
Ο φεουδάρχης προστάτευε τον απλό λαό και ο λαός, οι χωριάτες, όσοι ασχολούνταν με χειρωνακτική εργασία, πλήρωναν τον ανάλογο φόρο στον Άρχοντα.

Ακόμα και μέχρι τον Β΄ΠΠ ειδικά στην Μ. Βρετανία αξιωματικοί στον στρατό επιλέγονταν όσοι στις φλέβες τους «έτρεχε» γαλάζιο αίμα.

Ο Λαός όπως και τότε έτσι και σήμερα με τους διάφορους τύπους Δημοκρατίας παίρνει λοιπόν το μερίδιο Εξουσίας που του αναλογεί.

Κάποιοι από εμάς είναι ευχαριστημένοι και μάλιστα υπερήφανοι για την όλη διαδικασία.

Ο πάνσοφος Λαός.

Που έχει την Εξουσία στα χέρια του, που ή Εξουσία πηγάζει από αυτόν και ασκείται από αυτόν.

Το παραμύθι της Εξουσίας. Εσύ την δουλειά, εγώ την δύναμη τον πλούτο.

Όλα για τον Λαό. Και το μόνο του του μένει στο τέλος είναι η ενοχή πως «όλοι μαζί τα φάγαμε»

Δεν νοιώθω πολιτικό, ιδεολογικό, κομματικό αντίπαλο ή και εχθρό τον κ. Σαμαρά, τον κ. Τσίπρα ή τον κ. Κουτσούμπα.

Δεν μπορείς να νοιώσεις αντιπαλότητα ή εχθρότητα για ένα τσοπανόσκυλο που έχει εκπαιδευθεί να φυλάει το κοπάδι.

Όμως ο μόνος τρόπος διακυβέρνησης που θα μπορούσε να ανατρέψει συνήθειες αιώνων είναι η κατάργηση των κομμάτων και ο ορισμός των κυβερνώντων με ΚΛΗΡΩΣΗ.

Η κλήρωση μαζί με τον ασφυκτικό έλεγχο της Εξουσίας.

Και όποιος από εμάς πιστεύει ότι με την κλήρωση στενεύει ο δρόμος για τον χαρισματικό Ηγέτη, θα αναφέρω πως αν είναι χαρισματικός θα βρει τον δρόμο και τον τρόπο.

Ολόκληρη Γαλλική Επανάσταση και δεν κατάφερε να αποτρέψει τον Ναπολέοντα από το να ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας.

© HeadWaiter

Posted by