Εσείς τι θέλετε από μένα;

Aristotelis_Onasis

Πριν από μερικές ημέρες, περπατούσα με μια φίλη μου στην Αποστόλου Παύλου. Είχε βραδιάσει και έκανε κρύο. Φτάνοντας στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, είδαμε να έρχεται το λεωφορείο που έχει αφετηρία μπροστά στον Διόνυσο. Ο οδηγός πήγαινε κάπως γρήγορα, ήταν και σκοτεινά, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω μια γυναίκα που περπατούσε στο πλακόστρωτο.

Πήγαμε αμέσως κοντά της. Είχε χτυπήσει στο γόνατο, πονούσε και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ήταν βουρκωμένη. Τρόμαξε με το λεωφορείο και έπεσε κάτω.

Κοιτάξαμε το γόνατό της, και, αν και δεν είμαστε γιατροί, δεν έμοιαζε να έχει πάθει ζημιά. Είχε σκιστεί το καλσόν της αλλά δεν είχε αίματα ή κάποια εμφανή κάκωση.

Μας είπε πως έχει πάθει δυο κατάγματα στο ίδιο πόδι, και πως φοβόταν μήπως έχει πάθει ζημιά.

Την ρώτησα αν θέλει να καλέσουμε ασθενοφόρο αλλά δεν ήθελε. Της είπα πως θα μπορούσα να παρακαλέσω τους αστυνομικούς των περιπολικών που περνούσαν να την πάνε σε κάποιο νοσοκομείο ή και στο σπίτι της. Δεν ήθελε.

Ούτε ταξί ήθελε, ούτε να καλέσουμε κάποιον δικό της. Την είχε πάρει το παράπονο την γυναίκα.

Της είπαμε πως όλοι έχουμε πέσει και έχουμε χτυπήσει, αλλά μετά σηκωθήκαμε.

Της είπα και την φράση του Νέλσον Μαντέλα «Η μεγαλύτερη δόξα της ζωής δεν είναι να μην πέφτεις ποτέ, αλλά να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις».

Τίποτα δεν έμοιαζε να είναι αποτελεσματικό. Η γυναίκα ήταν απαρηγόρητη.

Η φίλη μου προσπαθούσε να την κάνει να χαμογελάσει αλλά δεν τα κατάφερνε.

Μετά από 20-25 λεπτά, αφού μας διαβεβαίωσε πως δεν πονούσε όσο πριν, της είπαμε να κάνουμε μια προσπάθεια να την σηκώσουμε.

Την σηκώσαμε, γέλασε και λίγο, και την πήγαμε μέχρι το αυτοκίνητό της, που ήταν παρκαρισμένο 100 μέτρα πιο πέρα. Περπατούσε αργά αλλά περπατούσε.

Μας διαβεβαίωσε πως μπορεί να οδηγήσει, μας ευχαρίστησε και αποχαιρετιστήκαμε.

Αυτή είναι μια καθημερινή ιστορία, με ανθρώπους που πέφτουν και με άλλους ανθρώπους που τους βοηθούν να σηκωθούν· βέβαια, κανένας από τους ανθρώπους που περνούσαν δεν σταμάτησε να βοηθήσει αυτή τη γυναίκα, ενώ και ο οδηγός του λεωφορείου -που είχε παρκάρει στην αφετηρία- δεν ενδιαφέρθηκε.

Αυτό, όμως, που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν πως, ενώ προσπαθούσαμε με τη φίλη μου να βοηθήσουμε αυτή τη γυναίκα και να της πούμε ότι δεν πειράζει που έπεσε, είπε κάποια στιγμή το εξής:

«Εσείς τι θέλετε από μένα;»

Κοιταχτήκαμε με τη φίλη μου. Μείναμε και οι δυο ξεροί. Αν το είχα ακούσει μόνο εγώ, θα νόμιζα πως παράκουσα.

Αφού ξεπέρασα την έκπληξη, της είπα «Αν σας ενοχλούμε, να φύγουμε και να σας αφήσουμε μόνη σας πεσμένη κάτω, αλλά εσείς αυτό θα κάνατε, αν είχαμε πέσει εμείς; Θα μας αφήνατε πεσμένους κάτω;».

Δεν απάντησε και είπε κάτι άσχετο -μάλλον ντράπηκε- αλλά εμένα μου έμεινε η φράση της:

«Εσείς τι θέλετε από μένα;»

Προφανώς, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου είναι η καχυποψία.

Αλλά το να είσαι καχύποπτος με αυτούς που σε προσπαθούν να σε βοηθήσουν όταν έχεις πέσει κάτω, είναι μάλλον πέρα από την καχυποψία.

Είναι σαν να λες πως όλοι αυτοί που αδιαφορούν, όταν βλέπουν έναν άνθρωπο να πέφτει στο έδαφος, κάνουν το σωστό.

Σκέφτομαι εδώ και χρόνια πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τόσο κλειστοί που, ακόμα κι αν εμφανιστεί μπροστά τους αυτός που μπορεί να τους λύσει όλα τους τα προβλήματα, όχι μόνο δεν θα τον ακούσουν αλλά ούτε καν θα τον δουν.

Δηλαδή, και ο Χριστός να εμφανιστεί μπροστά τους, και θαύμα να γίνει μπροστά στα μάτια τους, δεν πρόκειται να το πάρουν είδηση.

Πολλοί άνθρωποι είναι σε συνεχή φανταστικό διάλογο με τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να θυμίζουν εκείνο το παλιό ανέκδοτο με τον γρύλο (το άει γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου).

Κι αν αυτό το ανέκδοτο είναι πολύ αστείο, δεν είναι καθόλου αστείο να είσαι έτσι στη ζωή σου.

Αντιθέτως, είναι δραματικό.

Κλείνοντας τους άλλους ανθρώπους έξω από τη ζωή σου, προετοιμάζεις το δικό σου πέσιμο.

Κι από αυτό το πέσιμο δεν θα σηκωθείς ποτέ.

Ενώ δεν θα υπάρχει και κάποιος για να σε σηκώσει.

Γιατί εσύ το έχεις απαγορεύσει σε όλους.

Εσείς τι θέλετε από μένα;