Ο εντιμότατος φίλος μου Παντελής ο γλυκοτσούτσουνος

wpid-wp-1455954516093.jpeg

Στα 56 του, υπάλληλος στο Δημόσιο απ’ το βρώμικο ’89 – όταν η πoυτάνα η Δεξιά σε αγαστή συνεργασία με τα @ρχίδια της Αριστεράς βάλθηκαν να εξοντώσουν τον Έλληνα Τζων Κέννεντυ – επιμένει να μη θέλει να βγει στη σύνταξη, για λόγους ευσυνειδησίας.

Έτσι λέει ο ίδιος. Οι υπόλοιποι υποστηρίζουν ότι το κάνει γιατί του είναι ασύμφορο να πληρώνει για καφέδες και τσίπουρα στο καφενείο, όταν τα έχει δωρεάν στο γραφείο. Αλλά είπαμε: κακός ο κόσμος και ζηλιάρης, πιτσιρίκο μου.

Ξέρουμε με τι προσόντα βολεύτηκε, αλλά καμωνόμαστε πως δεν ξέρουμε. Σ’ άλλους είπε ότι είναι απόφοιτος Παντείου, σ’ άλλους πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και σ’ άλλους ότι τέλειωσε Πολυτεχνείο.

Την πρώτη φορά που του έκανα τη δήλωση –γιατί είναι και τεμπέλης και βαριέται να την κάνει μόνος του– τον ρώτησα γιατί πληρώνεται ως υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Κάτι άρχισε να μου λέει ότι πάνω που του έμενε ένα μάθημα για να τελειώσει τη Νομική, τον πήρε η Χούντα στο κυνήγι, τεσπα κάτι τόσο χοντροκομμένες παπαριές, που δεν άντεξα και τον έκοψα.

Προϊστάμενος σε μια Υπηρεσία χωρίς υφισταμένους, γιατί δεν έχει κι αντικείμενο σύμφωνα με τους ανωτέρω κακεντρεχείς, είναι αναγκασμένος να βγάζει δουλειά για πέντε ανθρώπους –σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου– και να φιλοξενεί στα άδεια καθίσματα του τεράστιου γραφείου φίλους και συναδέλφους που περνάνε καθημερινά ν’ ακούσουν τον πόνο του.

Το γραφείο του -αν μπορείς να ονομάσεις έτσι το μεζεδοτεκέ του- βρωμοκοπάει καπνίλα, τσίκνα και τσιπουρίλα, γιατί ο Παντελής, εξόν που καπνίζει σαν αράπης, μετά τις 12 έχει ανάγκη να πιει ένα τσιπουράκι ο άνθρωπος, να ξαποστάσει λιγάκι, να σταθεί στα πόδια του.

Ε, το τσιπουράκι δεν πίνεται ξεροσφύρι, ρε φίλε. Τι τον πέρασες τον Παντελή; Σαν αυτούς τους αλκοολικούς Ευρωπαίους, που πίνουν τ’ άντερά τους στην κατσιά τους, χωρίς μεζέ; Άντε να χαθούν οι παλιομπεκρήδες.

Ο Παντελής έχει σύστημα στο πιοτό. Δεν είναι τυχαίος. Θα ρίξει μια τηγανιά γαύρο, θα φτιάξει και λίγο σαγανάκι, κανένα σπετζοφάι, θα φέρει και λίγο απ’ το φαγητό που ξέμεινε απ’ την προηγούμενη στο σπίτι, όσο για τις ντομάτες, τις πιπεριές και τα λοιπά ζαρζαβάτια, γιατί θαρρείς ότι έχει τόσες γλάστρες στο μπαλκόνι;

Είναι γερή μαλαγάνα όμως ο καριόλης και καταφέρνει την καθαρίστρια να του τα πλένει όλα. Δεν ξέρω τι ακριβώς της έχει τάξει, αλλά την έχει του χεριού του.

Περνώντας το διάδρομο για να φτάσεις στο γραφείο του, βλέπεις τα πάντα να βρωμοκοπάνε, ενώ στο γραφείο του Παντελή όλα είναι καθαρά και σε τάξη.

Το γραφείο του το χειμώνα μοιάζει με σάουνα από τη ζέστη και το καλοκαίρι είναι μια όαση στην καυτή Αθήνα, καθώς το air condition δουλεύει πάντα στο φουλ, ανακυκλώνοντας όμως και τις μυρωδιές των τηγανητών, σε βαθμό που, όταν πέρασα κάποτε νωρίς το πρωί από τον Παντελή, μου ήρθε να ξεράσω.

Ακόμα το θυμάται ο Παντελής και κάθε φορά που αναφέρεται στο περιστατικό δεν παραλείπει να τονίσει ότι από τότε την είχε σακουλευτεί ο γάτος, ότι κάποιο πρόβλημα υγείας αντιμετώπιζα.

Αν τον άκουγα και πήγαινα στο γιατρό, θα ανακάλυπτα το πρόβλημα της καρδιάς από τότε. Αλλά δε γαμιέται, καλύτερα έτσι.

Αν πήγαινα στο γιατρό, θα μου έκοβε από τότε το τσιγάρο και το τσίπουρο, μη σου πω και το γαμήσι και τι αξία θα είχε να ζω έτσι;

Αυτό είναι το μόνιμο μότο του Παντελή μετά το πρώτο μπουκάλι τσίπουρο. Μετά το δεύτερο, αρχίζει να τραυλίζει επικίνδυνα και να οδηγεί λες και είναι στα συγκρουόμενα του λούνα παρκ, οπότε προσπαθούμε πάντα να το διαλύουμε πριν απ’ αυτό το σημείο.

Βέβαια, το τι ακούμε κάθε φορά που φωνάζουμε για το λογαριασμό, χωρίς να έχει εκτονωθεί πλήρως ο Παντελής, δε γράφεται.

Θα βάλουν τον Τόσκα να επαναφέρει το Σφακιανάκη, να μας χώσει μέσα αν τα γράψω. Αλλά δεν μας κάνει καρδιά να τον αφήσουμε ανεξέλεγκτο.

Δυο φορές μας έφερε τούμπα και τις δυο στο νοσοκομείο κατέληξε. Και ποιος τα γαμεί τα αυτοκίνητα που διέλυσε. Το θέμα είναι ότι γλύτωσε από του χάρου τα δόντια και τις δυο φορές κι έφαγε πάνω από χρόνο συνολικά για το ρεκτιφιέ, όχι πάντως χωρίς κουσούρια.

Βέβαια, με την ευκαιρία, γνωρίσαμε και την οικογένειά του, δηλαδή τη γυναίκα του, γιατί για τα παιδιά του μας έλεγε. Για τη γυναίκα του δε μίλαγε ποτέ κι εμείς από ευγένεια δε ρωτούσαμε. Πού να ξέρεις, μπορεί να είχε κάποιο πρόβλημα.

Τι πρόβλημα. Κυρία η Ανθή. Πρόσχαρη, ευγενική, υπεύθυνη, νοικοκυρά, ωραία γυναίκα, χάσαμε τον μπούσουλα όταν τη γνωρίσαμε. Τι δουλειά έχει αυτήν η γυναίκα με τούτον το ρεμπεσκέ;

Τη γνώρισε στη δουλειά φυσικά και την παντρεύτηκε στο άψε-σβήσε. Αμέσως αμέσως έκαναν τον γιο, που τακτοποιήθηκε στην Αστυνομία κι ένα χρόνο μετά ήρθε η κόρη, που τώρα τελειώνει τη Στρατιωτική Σχολή.

Φυσικά, έκανε τα αδύνατα δυνατά, για να πάρει μετάθεση η γυναίκα του στην Εφορία, να παίρνει κάτι παραπάνω, αλλά, κυρίως, να μην την έχει μέσα στα πόδια του.

Όπως είναι αυτονόητο ο Παντελής πηγαινοέρχεται με το αυτοκίνητο στη δουλειά, γιατί βαριέται να περπατήσει ένα χιλιόμετρο, ενώ η Ανθή αλλάζει δυο συγκοινωνίες και περπατάει κάμποσο για να φτάσει κάθε πρωί στη δουλειά της.

Η Ανθή κρατάει μόνη της το σπίτι – βλέπεις το πρωί ο Παντελής έχει γραφείο και τ’ απόγευμα καφενείο, τα Σάββατα κυκλοφορεί μόνος και τις Κυριακές έχει γήπεδο.

Έκανε μόνη της τη μετακόμιση στο διαμέρισμα που αγόρασαν, γιατί ο Παντελής ήταν κακιασμένος που αυτήν η καριόλα η γυναίκα του ήθελε να τον αποκόψει από τη γειτονιά που μεγάλωσε.

Φυσικά, ποτέ δεν έκοψε από τα παλιά του στέκια και τους φίλους του, ενώ δεν έχει ιδέα ούτε καν ποιοι μένουν στη διπλανή πόρτα της πολυκατοικίας, στην οποία μένει κι ο ίδιος εδώ και είκοσι χρόνια.

Του είναι παγερά αδιάφορο το γεγονός ότι αγόρασαν ρετιρέ μισοτιμής σε καλή περιοχή, ενώ τρελαίνεται κάθε φορά που κάνει φορολογική δήλωση από τότε που κόπηκε η έκπτωση για τους τόκους του στεγαστικού, το οποίο φυσικά παρακρατείται από το μισθό της γυναίκας του, ενώ η επιστροφή φόρου πήγαινε στο λογαριασμό του Παντελή.

Κάθε που τον κουτσομπολεύουμε, όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να είναι γλυκοτσούτσουνος. Προσωπικά, πιστεύω ότι του σπάζει η συγκαταβατικότητα της Ανθής, γιατί ο Παντελής τρελαίνεται όταν βλέπει στις μαλακίες που λέει, οι άλλοι να του απαντούν με συγκατάβαση.

Οχτακόσια πενήντα δώδεκα κιλά ο Παντελής, τρώει, πίνει, καπνίζει σα να είναι η τελευταία του μέρα. Με γιατρούς έμπλεξε μόνο όταν είχε τα ατυχήματα. Ούτε να τους βλέπει θέλει, ούτε να τους ακούει. Βέβαια, με τις νοσοκόμες έπαιζε το μάτι του, γιατί είναι και του ποδόγυρου.

Κιμπάρης όμως. Όποιος δεν έχει ίντερνετ, περνάει από το γραφείο του για να ενημερωθεί για ό,τι θέλει.

Όποιος θέλει να πάρει τηλέφωνο σε κινητό, από το γραφείο του κι αυτός.

Όποιος θέλει να εκτυπώσει κάτι κι αυτός απ’ τον Παντελή.

Για καφέ μέχρι τις δώδεκα, πού αλλού; Στου Παντελή.

Για τσίπουρο μετά τις 12, δεν το συζητάω. Τσίπουρο για εντριβές κι ο καλύτερος μεζές.

Νομίζω πως έτσι βγήκε η παροιμία «όλοι οι κουτσοί στραβοί στου Αη Παντελή».

Πιτσιρικικός μέχρι το κόκαλο, με ξυπνάει κάθε πρωί μεταξύ 7:00 και 7:30, για να μου πει μέσα στα γέλια, τι ωραία τα γράφω και να μου ζητήσει να γράψω κάτι και γι’ αυτόν.

Περιμένω τηλέφωνό του Δευτέρα πρωί, γιατί φυσικά μόνο στο γραφείο και σε ώρες εργασίας ασχολείται με το ίντερνετ.

Χεχεχεχε

Να είσαι καλά

Σ.Α.Μ.

ΥΓ. Στο Λαρισαίο: όλοι εμείς από κώλο βγήκαμε, χορτάσαμε καρπαζιά. Στο λέω με σιγουριά κι ας μην ξέρω προσωπικά κανέναν εδώ. Μην τα κρατάς μέσα σου, θα σε φάνε. Τα λες πιο καλά απ’ όλους, γιατί μιλάς στην καρδιά μας.

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., την έχεις αντιληφθεί πλήρως τη ζωή. Πάντως, πιο καλά από εμένα. Ο φίλος σου ο Παντελής -γεια σου Παντελή- μου θυμίζει κάπως έναν φίλο μου, που, αν τον ακολουθούσα στις συνήθειές του, δεν θα ζούσα τώρα. Αλλά μάλλον θα είχα ζήσει πολύ καλύτερα. Να είσαι καλά κι εσύ και ο Παντελής. Στην υγειά σας!)

image

image

http://pitsirikos.net/2016/02/%ce%bf-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bc%cf%8c%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82-%cf%86%ce%af%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%ae%cf%82-%ce%bf-%ce%b3%ce%bb%cf%85/