Carpe fuckin’ diem

45975c1ca16d03e7364f90e3902687bc

Υπάρχει εκείνος ο χιμαιρικός αφορισμός, εκείνος που λατρέψαμε απ’ τα χείλη του δικού μας Οράτιου, του oh-captain-my-captain Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Carpe diem, seize the day, άδραξε την ημέρα, ζήσε το σήμερα σαν να ‘ναι η τελευταία σου μέρα, YOLO!

Το πιστέψαμε όταν ήμασταν νέοι, το πράξαμε και το φωνάξαμε κάποιες μέρες, ειδικά σε στιγμές γλεντιού και αναπάντεχης ευτυχίας, το νιώσαμε όταν κάναμε τις μικρές μας επαναστάσεις, όταν παραιτηθήκαμε μεγαλειωδώς απ’ τη βαρετή δουλειά ή την τοξική σχέση, όταν αγοράσαμε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για κάπου, φωνάζοντας: Πουτάνα όλα!

Εκείνο το εκρηκτικό carpe diem της πρώτης νεότητας.

Δεν είσαι νέος αν δεν τα ‘χεις κάνει πουτάνα-όλα μια φορά (και δυο και τρεις). Δεν λογίζεσαι ως άνθρωπος με συναίσθημα αν δεν έχεις τρελαθεί κάποτε, αν δεν έχεις αφήσει το σίγουρο και βαρετό για κάτι αβέβαιο μα νόστιμο, αλαλάζοντας: Α γαμηθείτε όλοι σας!

Θα μπορούσε να υπάρχει ένα τεστ, απ’ αυτά που βάζουν στα facebook ή απ’ αυτά που ρωτάει ο μπαρμπα-Πέτρος στις πύλες του Παραδείσου, για να δει αν θα σ’ αφήσει να μπεις ή θα σε στείλει στο limbo (αυτό είναι ένα βαρετό μέρος, σαν αίθουσα αναμονής οδοντίατρου ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο. Και κρατάει αιώνια).

QUIZ: Πόσες φορές τα κάνατε πουτάνα-όλα στη ζωή σας:
Ποτέ
Μία φορά
Δύο φορές
Πολλές φορές
Δεν θυμάμαι – Δεν απαντώ

Κι η επόμενη ερώτηση, ίσως η πιο σημαντική, θα ήταν: Πότε ήταν η τελευταία φορά που τα κάνατε πουτάνα-όλα;

Ίσως να φανεί παράξενο στους νεότερους, αλλά καθώς περνάνε τα χρόνια τόσο μειώνονται οι πιθανότητες εμφάνισης αυτής της «τρέλας».

Η σχιζοφρένεια, λένε οι ψυχίατροι, εμφανίζεται ανάμεσα στα 20 και στα 30. Μετά μπορεί να πάθεις κατάθλιψη, κρίσεις άγχους-πανικού κι άλλα διάφορα, αργότερα αλτσχάιμερ, αλλά τη σχιζοφρένεια τη γλίτωσες.

Με τον ίδιο τρόπο οι άνθρωποι τρελαίνονται και τα κάνουν πουτάνα-όλα μέχρι περίπου τα τριάντα-φεύγα. Όχι ότι μετά δεν συμβαίνει, αλλά μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες εμφάνισης τέτοιων yolo-επεισοδίων.

Με μια μικρή seize the day αναζωπύρωση στα σαράντα για τις γυναίκες και στα σαράντα πέντε για τους άντρες, αλλά και πάλι σπάνια πρόκειται για δραματικές καταστάσεις (κυρίως είναι μόνο βαμμένα κόκκινα μαλλιά και ύστατη σεξουαλική απελευθέρωση, παλιμπαιδισμοί και γερορόκ συγκροτήματα, μοιχείες και αθλητικά παπούτσια για δρόμους μεγάλων αποστάσεων).

Κάποιος έγραφε ότι κάθε σαραντάρης ανήκει στην οικογένεια του και στο κράτος. Δεν έχει δικαίωμα να τρελαθεί, να τα κάνει πουτάνα-όλα. Πρέπει να δουλέψει για να μεγαλώσει τα παιδιά του, πρέπει να δουλέψει για να πληρώσει τους φόρους και τους λογαριασμούς.

Περιορίζει τα carpe diem του στις ελεύθερες ώρες, που συνήθως δεν είναι πολλές μες στη βδομάδα, και πριν αδράξει τη μέρα πρέπει να κανονίσει το πρόγραμμα του, να το ταιριάξει μ’ εκείνο του/της συντρόφου του, ν’ αφαιρέσει τις υποχρεώσεις των παιδιών, να προσθέσει τις δυνητικές δυσκολίες, να πολλαπλασιάσει με το κλάσμα των υπολειπόμενων χρημάτων, να διαιρέσει με τις επισυναπτόμενες ατυχίες, να υπολογίσει την τετραγωνική ρίζα κάθε κοινωνικής υποχρέωσης και να υψώσει στο τετράγωνο το θυμικό της ημέρας.

Αυτό που απομένει δεν μοιάζει καθόλου με το seize the day του φίλτατου Ουίλιαμς κι Οράτιου. Συνήθως ακούγεται περισσότερο σαν: «Να κάτσω για ένα λεπτό μόνος. Να μην κάνω τίποτα, να μην ακούω κανέναν. Για ένα λεπτό!»

Η επανάσταση τελειώνει λίγο μετά τα τριάντα, στην καλύτερη περίπτωση. Τελειώνει όταν δεν μπορείς να είσαι όπως θες να είσαι, γιατί πρέπει να είσαι έτσι όπως πρέπει να είσαι.

Χώνεσαι ως τ’ αυτιά μες στη κατάσταση (πες τη και ρουτίνα αν θες) που σου παρέχει το φαγητό και τις διακοπές σου. Οι μικρές αποδράσεις σου γίνονται τα νέα YOLO. Πέντε μέρες κάτεργο για μισή μέρα μεθύσι κι έναν κυριακάτικο καφέ. Έντεκα μήνες κάτεργο για δέκα μέρες στη θάλασσα. Και πρέπει να λες κι ευχαριστώ αν σου τυχαίνει.

Καινούριο πλυντήριο (και στεγνωτήριο, τυχερέ;) Βραστήρας και ποτήρια απ’ το ΙΚΕΑ. Smart phone που είναι πιο έξυπνο από σένα αφού το κοιτάς όλη την ώρα, και tablet για το παιδί, για ν’ απασχολείται όσο κοιτάς το facebook.

Διακανονισμός για το αέριο και τη ΔΕΗ (είχαμε κρύο χειμώνα φέτος) και καλαμαράκια (κατεψυγμένα) τηγανητά στην ταβέρνα την Καθαρά Δευτέρα. YOLO!

Κι ύστερα πέφτεις να κοιμηθείς. Κι όταν ξυπνάς… Στην καλύτερη περίπτωση δεν προλαβαίνεις να θυμηθείς τα όνειρα σου. Ή τα θυμάσαι και σε κάνουν να τσαντίζεσαι.
Και ξυπνάς και βλαστημάς και συνεχίζεις. Βλαστημάς που ζεις, βρίζεις που ξύπνησες, αλλά αυτό δεν σου φαίνεται παράξενο, είναι μέρος της ζωής σου.

Βρίζεις που ξύπνησες; Βλαστημάς που είσαι ζωντανός;

Κάτι κάνεις λάθος, δεν μπορεί, κάτι κάνουμε λάθος. Προτού αλλάξεις τον κόσμο, προτού σ’ αλλάξει ο κόσμος, βρες τι δεν σ’ αρέσει στη ζωή σου, τι δεν σ’ αρέσει στον κόσμο. Ξεκίνα με τον εαυτό σου. Χωρίς yolo και carpe diem και seize the day και τους άλλους αφορισμούς.

Γιατί τελικά, κι ίσως λίγο πριν το τέλος, τόσο τελικά, ίσως τότε, τελικά, πέρα απ’ τις ρυτίδες τα περιττά κιλά και τις υποχρεώσεις, πέρα απ’ την κούραση και τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα, μετά τους έρωτες που δεν έζησες έτσι όπως θα ήθελες και τα ταξίδια που δεν έκανες, μετά απ’ όλα εκείνα που περιμένεις και περίμενες να κάνουν τα παιδιά σου στ’ όνομα σου, μετά απ’ όλα όσα δεν πέτυχαν κι όλα όσα δεν προσπάθησες καν, μετά κι απ’ αυτά που κυνήγησες κι όσα άφησες να φύγουν, μετά από κάθε yolo και carpe diem και άδραξε τη μέρα που δεν κράτησαν, υπάρχεις εσύ, μπρος στον καθρέφτη, πιο γερασμένος από κάθε άλλη φορά, πιο κουρασμένος απ’ όσο αντέχεις, λίγο πριν το τέλος της παράστασης, και κοιτάς, και χαμογελάς με το φαφούτικο στόμα σου, και λες, ήσυχα, χωρίς εξάρσεις: «Yolo μαλάκα μου, άδραξε τη γαμημένη μέρα.»

Και λίγο πριν τα τινάξεις κάνεις κάτι που ποτέ δεν περίμενες, ούτε κανείς άλλος το περίμενε, ότι θα κάνεις.

πηγη