Daily Archives: Αυγούστου 22, 2014

Σωτηρία Μπέλλου 1921 – 1997

286370-wallpaper_ill67

Κορυφαία τραγουδίστρια του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1921 στο χωριό Χάλια της Χαλκίδας. Ήταν μέλος εύπορης οικογένειας και η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια της. Είχε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι. Στο πλευρό του, «ζυμώθηκε» από μικρή με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική.

Τραγουδίστρια αποφάσισε να γίνει όταν είδε στον κινηματογράφο την ταινία «Η Προσφυγοπούλα» με τη Σοφία Βέμπο. Οι γονείς της, όμως, είχαν αντιρρήσεις κι έτσι σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να κατεβεί μόνη στην Αθήνα. Εκεί παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα, ελεγκτή στα λεωφορεία, με τον οποίο είχε γνωριστεί όσο ήταν ακόμη στη Χαλκίδα. Ο γάμος τους κράτησε μόνο έξι μήνες και η Σωτηρία βρέθηκε στις φυλακές «Αβέρωφ», όταν στον τελευταίο τους καβγά του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Στο Εφετείο η ποινή της μειώθηκε από 3,5 χρόνια σε 6 μήνες και αφέθηκε ελεύθερη.

Το μαρτύριό της συνεχίστηκε όταν επέστρεψε στο πατρικό της στη Χαλκίδα, καθώς οι δικοί της θεωρούσαν ότι τους ντρόπιαζε. Μην αντέχοντας το καθημερινό ξύλο, αποφάσισε να ξαναδοκιμάσει την τύχη της στην πρωτεύουσα. Καθώς η μέρα αυτού του ταξιδιού της συνέπεσε με την 28η Οκτωβρίου 1940, πέρασε όλη την περίοδο του πολέμου και τα χρόνια της Κατοχής κάτω από δύσκολες συνθήκες και κάνοντας διάφορες δουλειές. Ανάμεσα στα άλλα τραγουδούσε για ένα χαρτζιλίκι σε διάφορα ταβερνάκια, με μια κιθάρα που είχε αγοράσει στο μεταξύ.

Μετά την απελευθέρωση και αφού γνώρισε από κοντά την αγριότητα και τις διώξεις του Εμφυλίου, όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου, την ανακάλυψε σε μια ταβέρνα των Εξαρχείων ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και τη σύστησε στο φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο βάρδος του ρεμπέτικου ενθουσιάστηκε από τη φωνή της και της πρότεινε να μπουν μαζί στο στούντιο.

Η επιτυχία των πρώτων της ηχογραφήσεων με τον αξέχαστο Τσιτσάνη («Συννεφιασμένη Κυριακή», «Τα Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή») την καθιέρωσε ως λαϊκή τραγουδίστρια, ενώ τα χρόνια 1948 – 1955 ήταν περιζήτητη ανάμεσα στους κορυφαίους συνθέτες. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με τους Γιάννη Παπαϊωάννου («Γύρνα στη ζωή την πρώτη», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου», «Άνοιξε, άνοιξε»), Γιώργο Μητσάκη («Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι»), Απόστολο Καλδάρα («Είπα να σβήσω τα παλιά»), Απόστολο Χατζηχρήστο, Μανώλη Χιώτη κ.ά.

Η καριέρα της γνώρισε μία κάμψη στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας ’60. Από το 1966, όμως, κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους, προχωρώντας σε πρωτοποριακές συνεργασίας με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες: Μούτσης («Το φράγμα»), Σαββόπουλος («Το βαρύ ζεϊμπέκικο»), Ανδριόπουλος («Λαϊκά προάστια»), Κουνάδης («Δεν περισσεύει υπομονή»), Λάγιος («Λαός»), Ανδριόπουλος κ.ά. Παράλληλα, ξανατραγούδησε παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας, καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Το Μάρτιο του 1993 ήρθε αντιμέτωπη με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας, όταν εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο «Σωτηρία» με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα. Λίγο αργότερα, διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα. Έχασε τη φωνή της και δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της, στις 27 Αυγούστου 1997, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά.

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ…

286370-wallpaper_ill67

Όλα ένα χάος, γύρω μου κενό. Αδιάφοροι οι ανθρώποι και πια δεν αντιδρώ.
Δεν μπορούνε να με νιώσουν και κανείς δεν μ’έχει μάθει και με πνίγουνε τα λάθη κι όλα κοντεύουν να τελειώσουν. Κάθε στιγμή μαχαίρι, μια σφαίρα στην καρδιά, τη ζωή τη βαρέθηκα, να φύγω θέλω μακρυά. Δεν είμαι πλέον η ίδια,πια, δεν μ’αναγνωρίζω.. στο τόσο μίσος γύρω μου,πως να συνεχίσω.. Όλα κι όλοι με πονάνε,πάω να τρελαθώ, για καταφύγιο ψάχνω, ένα μέρος να σωθώ. Μα όλα είναι θολά και χάος στο μυαλό. Είμαι ξένη μες τους ξένους, όλοι σας υποκριτές, άθλιος που’ν’ο κόσμος..κι όλοι γίναν “δικαστές’. Με κρίνουν και με κράζουν να με νιώσουν δεν αντέχουν κσι στην άδεια τη ζωή τους με μίσος και φθόνο ξεμπερδεύουν Αν εμένα δεν καταστρέφατε πως αλλιώς θ’ανεβαίνατε?
Και γύρω μόνο τοίχοι, τα παράθυρα χαθήκαν μόνο πόνος στην καρδιά μου, τα χελιδόνια “φύγαν.. Αγκάθια στην ψυχή μου φαντάζουν τα μυαλά σας σε μια ψυχή άβυσσο που πνίγεται απ’τα άθλια σκεπτικά σας τι κι αν εγώ πεθαίνω-μπροστά σας? κάθε δάκρυ μου κι ένα γέλιο σας, μα φτάνει,φτάνει,φτάνει,ως εδώ.. δε χρωστάω σε κανένα, τα δεσμά σας τα μισώ.. Αχ πόσο σας λυπάμαι, γελάω ειλικρινά για το επίπεδό σας, κι όλα τα σχετικά.. Και μι’άλλη ανάμνηση, πληγή απ’τις τελευταίες, τα τόσα που εγώ πέρασα στο στήθος μου σημαίες.. εσύ..κάτι σαν αγάπη,ένα κάποιο δέσιμο κι λίγος έρωτας μαζί…
σ’ένιωθα στήριγμα μου-το μόνο στη ζωή. πάντα μακρυά μα σ’ένιωθα εδώ…
τώρα έφυγες τελείως και στιγμές αναπολώ. Τόσες κι άλλες τόσες, που έζησα μαζί σου..
πάντα θα σε θυμάμαι, όσο θα προχωράμε, κι αν εσύ με ξεχάσεις δεν πειράζει..ποτέ δεν θα μάθεις… Κουράστηκα τόσο να μετράω πληγές.  Μόνο δάκρυα στο σήμερα το αύριο και το χθες.. δάκρυα κι όνειρα-φτερά σπασμένα, σε μια ψυχρή γωνιά του δρόμου πεταμένα. δύο πρόσωπα, δύο κόσμοι, δύο ψυχές και δύο ρόλοι με την δήθεν ευτυχία σας τρέφονται όλοι σας οι φόβοι Η καρδιά μου είναι σε κώμα-δεν μπορεί άλλο ν’αγαπά
γιατί γαμώτο πάντα αγαπά αληθινά… αυτό είναι το δράμα μου-να δένομαι με όλα-
ν’αγαπώ ολόψυχα και να τα δίνω όλα να ματώνω συνεχώς για κάθε τι που πολεμάω
να πεθαίνω για κάθε τι που αγαπάω. με τη φαντασία μου βλέπω το μαύρο άσπρο μα ξέσπασα
σε μια ζωή δεν θα τα βρείτε όσα ως τα δεκάξι πέρασα. πόσο έκλαψα κι αν αληθινά ποτέ γέλασα… Δεν το’θελα μα γεννήθηκα κι έχω πλέον συμβιβαστεί το παίζω ευτυχισμένη και ποτέ θλιμένη, κι όλο χαμογελάω,μα μέσα μου κλαίω, πεθαίνω,πονάω…
και ποιος…ποιός?ποιός να μοιραστεί την κάθε αόρατη μέσα μου πληγή..?
μόνη της η καρδιά μου αιμορραγεί.. Είν’και μια αγάπη που ναι πια στον πάτο κι ας την είχα ουρανό μου… κάθε ιερό και Θεό μου……το πιο απατηλό όνειρό μου…
Δεν θελήσατε να ζήσει, την σκοτώσατε εν ψυχρώ, τι κι αν αιμορραγούσα τόσα χρόνια και πονούσα για λίγο δεν νιαστήκατε να σβήσουμε βαλθήκατε.. μα εσύ πάντα να θυμάσαι πως ο άνθρωπός μου θα’σαι.. αυτός που μέχρι θανάτου αγάπησα και τίποτα ας μην κράτησα..
χαθήκαμε για πάντα.. για τους άλλους πήγα στην μπάντα. γιατί τη χάρη αυτή τους κάναμε και τόσα όνειρα πεθάναμε? Η καρδιά μου έχει κλείσει,,δεν θέλω άλλο να κτυπά.. αφου πάντα κτυπά για κάποιο που είναι πάντα μακρυά.. α ρε κόσμε καημένε με τις άδειες ομορφιές σου… τους μαλάκες τις πουτάνες τους παλιουποκριτές σου..
Η μάσκα που φοράω έχει για τα καλά κολλήσει.. με το όμορφο χαμόγελό της,μα στα μάτια της τη δύση…αχ να’χα φτερά, μακρυά απ’όλα ν’ανασαίνω, να πετάξω μακρυά, να κόψω τα δεσμά σας, να χαθώ στον ουρανό, να πέσω στο κενό, να χαθώ στην μοναξιά μου….
..που’ν’η μόνη συντροφιά μου… ποιός όμως θα μου δώσει τα φτερά?
περιμένω τα δικά σου, θα πετάξουμε μαζί και θα σε προσέχω το υπόσχομαι. μόνο έλα.

εγραψε το πιτσιρικι