Οι άνθρωποι είναι οι ψύλλοι των θεών -Ή πώς σταμάτησα ν’ ανησυχώ για τις κατσαρίδες και τις αγάπησα

wpid-wp-1473999851965.jpeg

«Ο μόνος τρόπος να μιλήσεις για το θεό είναι η σιωπή»
Κάποιος Ινδός

Οι κατσαρίδες είναι το πιο παρεξηγημένο έντομο του σύγχρονου κόσμου.

Τα βλαττοειδή (στα οποία ανήκουν 3.500 είδη κατσαρίδων) είναι άκακα έντομα. Δεν επιτίθονται στους ανθρώπους ούτε πίνουν αίμα. Δεν είναι φορείς ασθενειών, αφού έχουν τόσο αξιοθαύμαστο ανοσοποιητικό σύστημα που σχεδόν ποτέ δεν αρρωσταίνουν (έχετε δει ποτέ γριπωμένη κατσαρίδα;)

Οι άνθρωποι τις σιχαίνονται γιατί τις έχουν συνδυάσει με τις ακαθαρσίες. Στη πραγματικότητα μια κατσαρίδα θα προτιμούσε να γευματίζει στο πιο καθαρό εστιατόριο, αν εκεί δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ο λόγος που προτιμάει τα σκουπίδια και τα σκοτάδια, είναι ότι όσες κατσαρίδες έχουν διαφορετικά γούστα, που συνάδουν μ’ εκείνα των ανθρώπων, εξοντώνονται. Οπότε τα γονίδια των ιδεοψυχαναγκαστικών με την καθαριότητα κατσαρίδων βγήκαν απ’ τη γονιδιακή δεξαμενή μόλις συνάντησαν τους Homo Sapiens Sapiens κι έμειναν οι άλλες, οι «βρωμιάρες».

Κρυμμένες στις σκιές και στα σκουπίδια έχουν ακολουθήσει τον άνθρωπο παντού. Μέχρι και στο διάστημα έχουν φτάσει μαζί του. Δεν παρασιτούν, μόνο απολαμβάνουν όσα ο άνθρωπος πετάει -ακόμα και τα νεκρά κύτταρα του δέρματος.

Τα πιο συγγενικά τους είδη είναι οι τερμίτες και τα Μαντώδη (τα ελληνικά Μαντώδη τα ξέρουμε ως Αλογάκια της Παναγίας, αλλά κανείς δεν αποκαλεί τις κατσαρίδες ξαδέλφια τους).

Υπάρχουν, χωρίς ιδιαίτερες μεταλλάξεις-διαφοροποιήσεις, 300 εκατομμύρια χρόνια πριν ο άνθρωπος διασπάσει το άτομο. Είδαν τους δεινόσαυρους να κυριαρχούν, τα ιπτάμενα έντομα και τα θηλαστικά να υπερθεματίζουν, τους ανθρώπους να πετάνε περισσότερα φαγητά απ’ όσα καταναλώνουν -και την ποδοσφαιρική ομάδα της Ελλάδας πρωταθλητή Ευρώπης, αλλά δεν το πανηγύρισαν.

Είναι πάντα εκεί, αλλά σε μικρούς αριθμούς, όσα χωράει η κουζίνα (30 κατσαρίδες είναι πολλές για έναν χώρο δέκα-είκοσι τετραγωνικών).

Και, το κυριότερο, το πιο σημαντικό για να τις αγαπήσεις.Τις βλέπεις!

(Επιπλέον αντέχουν στη ραδιενέργεια πολύ περισσότερο απ’ τον άνθρωπο, αν και όχι τόσο περισσότερο όσο οι σφήκες ή ο Κόναν το Βακτήριο -δες παλιότερο κείμενο).

Αντί να τις θαυμάζουμε και να τους βάζουμε ένα μπολάκι με φαγητό δίπλα σ’ εκείνο του σκύλου τις κυνηγάμε να τις εξολοθρεύσουμε, ενώ κακό κανένα δεν μας κάνουν. Γιατί;

Σίγουρα οι μύγες είναι πιο ενοχλητικές και τα κουνούπια είναι ο μέγιστος φονιάς ανάμεσα στα ζωντανά. Περισσότεροι πεθαίνουν από ελονοσία, παρά από πόλεμο (αν κι οι περισσότεροι πεθαίνουν από καπιταλισμό).

Τα μυρμήγκια είναι πολύ πιο ανταγωνιστικά και πολυάριθμα, ενώ το τσίμπημα της σφήκας (που ποτέ δεν έφτιαξε μέλι για το πρωινό μας), πολύ πιο οδυνηρό απ’ το «δάγκωμα της κατσαρίδας».

Ουσιαστικά σκεφτόμαστε την κατσαρίδα ως τον αποδιοπομπαίο τράγο των εντόμων, ως το μαύρο πρόβατο μιας οικογένειας που τόσα προβλήματα δημιουργεί, σ΄εμάς, τα σοφά θηλαστικά.

Όμως εγώ πλέον τις κατσαρίδες τις αγαπώ, πλατωνικά και ειλικρινά, και την επόμενη φορά που θα δω μία θα την ευχαριστήσω που βγήκε απ’ τα σκοτάδια της -πριν τη σκοτώσω εν ψυχρώ.

Ο βασικός λόγος που σταμάτησα ν’ ανησυχώ για τις κατσαρίδες και τις αγάπησα είναι ότι βρίσκομαι σε πόλεμο μ’ ένα πολύ πιο ισχυρό εχθρό: Τον ψύλλο.

Οι ψύλλοι δεν είναι ντροπαλοί σαν τις κατσαρίδες. Καταλαμβάνουν τον χώρο, το σπίτι σου, τον θεωρούν δικό τους. Πηγαίνουν παντού και σε τυρρανούν, σε βασανίζουν ανελέητα.

Σε αντίθεση με τις κατσαρίδες είναι τρομακτικά δύσκολο να τους ξεφορτωθείς. Δεν αρκεί να τις λιώσεις στη γωνία ή να ψεκάσεις. Πρέπει να πολεμάς μαζί τους μέρα-νύχτα. Και το χειρότερο απ’ όλα, αυτό που τους κάνει πρωταγωνιστές του τρόμου, είναι ότι δεν τους βλέπεις.

Αυτόν τον εχθρό, που ποτέ πριν δεν τον είχα αντιμετωπίσει, τον έφερε στο σπίτι ο σκύλος μας, η Πέρλα. Πριν καταλάβουμε τι ήταν αυτό που μας τσιμπούσε εξαπλώθηκε παντού.

Τα τσιμπήματα του είναι πολύ πιο επώδυνα από εκείνα των κουνουπιών. Στο Βυζάντιο τους χρησιμοποιούσαν ως βασανιστήριο. Έριχναν ψύλλους στα αυτιά των υπόπτων. Έτσι βγήκε η έκφραση «Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά».

Ξεκινήσαμε τον πόλεμο με συμβατικά και οικολογικά όπλα, όπως μπολάκια με νερό και αιθέρια έλαια, αερισμό των στρωμάτων, φυτικά σπρέι. Οι ψύλλοι συνέχισαν να μας κατατρώγουν (μέτρησα 100 τσιμπήματα στο σώμα μου).

Έπειτα περάσαμε στα βιολογικά όπλα και στα χημικά (Floriana, Aroxol, Baygon). Ο πληθυσμός τους μειώθηκε, αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται.

Αν δεν εξοντωθούν όλα τα ζωύφια θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πυρηνικά (εταιρεία απεντόμωσης) και εξελιγμένα μεταμοντέρνα όπλα (ατμός καθαρισμού, 120 βαθμών Κελσίου, σ’ όλο το σπίτι).

Ο εχθρός είναι παντού, ανελέητος και ανθεκτικός. Ακόμα κι αν εξοντώσεις τα ενήλικα άτομα, υπάρχουν άλλα τόσα αυγά που περιμένουν τη σειρά τους, να εκκολαφτούν για να σου επιτεθούν.

Είναι ένας πόλεμος που δεν μπορείς να αντιληφθείς πόσο σκληρός είναι, αν δεν τον ζήσεις. Και το πιο παράξενο είναι ότι ο εχθρός είναι τόσο… «ασήμαντος».

Μέσα στο μπωλ με νερό και αιθέρια έλαια όπου πνίγονται είδα για πρώτη φορά ψύλλο. Είναι κάτι μικροσκοπικές κουκίδες, καφεκόκκινου χρώματος, σαν την τελεία στο τέλος αυτής της πρότασης.

Με τον μεγενθυτικό φακό μόλις που κατάφερα να δω κάτι που έμοιαζε με πόδια. Δεν είναι βόας, δεν είναι κατσαρίδα, δεν είναι ο Superman. Κι όμως αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα έχει καταφέρει να κυριαρχήσει σ’ ένα σπίτι Homo Sapiens (στο τετράγωνο).

Καθώς τα «έβλεπα» πνιγμένα στο νερό, σκεφτόμουν ότι είμαι ένας θεός που πολεμάει τόσο μικρά πλάσματα.

Σκεφτείτε ‘το: Ο ψύλλος, είναι γύρω στα δύο χιλιοστά. Χίλιες φορές μικρότερος από έναν άνθρωπο (δύο μέτρων για να κάνουμε πιο εύκολους υπολογισμούς). Αυτό είναι σαν να πολεμάμε εμείς με κάποιο Ον χίλιες φορές μεγαλύτερο, ήτοι 2.000 μέτρα. Σαν να πολεμάμε με κάποιον γίγαντα (τιτάνα;) ψηλό όσο ο Όλυμπος.

Οι ενήλικοι ψύλλοι ζουν έως δύο εβδομάδες, μισό μήνα. Ο άνθρωπος (μέσος όρος δυτικής κοινωνίας) εβδομήντα πέντε χρόνια. Οι άνθρωποι ζουν (24Χ75) 1800 φορές περισσότερο.

Φανταστείτε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο μ’ ένα Όν που ζει (75Χ1800) 135.000 χρόνια!!! Και ολογράφως: Εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδες χρόνια!!!

Δεν είναι αθάνατο, αλλά σίγουρα θα το θεωρούσαμε ΘΕΟ.

Επιπλέον αυτό το ΟΝ μπορεί να κάνει πράγματα που εμείς αδυνατούμε καν να κατανοήσουμε.

Ο ψύλλος δεν σκέφτεται, δεν φαντάζεται, δεν επινοεί (και δεν του αρέσει η τζαζ μουσική). Δεν χρησιμοποιεί εργαλεία, δεν κατασκευάζει μηχανές, δεν ξέρει μαθηματικά -και δεν μπορεί να κάνει ποδήλατο (έστω μικροσκοπικό).

Ένας ψύλλος όχι μόνο δεν μπορεί να κατανοήσει τον άνθρωπο, αλλά δεν μπορεί να κατανοήσει οτιδήποτε. Συμπεριφέρεται ορμέμφυτα: Φαΐ, αναπαραγωγή, φυγή ή επίθεση.

Κι αν η φαντασία, η δημιουργία, η επιστήμη, οι τέχνες, είναι ανθρώπινες «αρετές», πόσο διαφορετικό (Ανώτερο;) θα είναι αυτό το Όν, των δύο χιλιομέτρων και των 135.000 ετών; Τι μπορεί να κάνει αυτό, που εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε;

Πάντα σκεφτόμουν ότι το να προσπαθούμε να κατανοήσουμε το θεό (θεούς) είναι σαν να περιμένουμε από έναν μονοκύτταρο οργανισμό να καταλάβει τον άνθρωπο. Είναι εξ ορισμού αδύνατον, αφού το μικρόβιο δεν «καταλαβαίνει», δεν έχει νόηση.

Αλλά καθώς πολεμάμε με τους ψύλλους -και ως τώρα χάνουμε, σκέφτηκα ότι μπορεί να είμαστε τόσο ενοχλητικοί και «ασήμαντοι» για τους θεούς, όσο αυτά τα έντομα για μας.

Να είμαστε κουκίδες που τους πίνουν το αίμα και τους προκαλούν φαγούρα. Τίποτα άλλο.

Εκείνοι (εκείνος) μας εξοντώνουν με κάθε τρόπο, αλλά και πάλι λύση δεν βρίσκουν. Ισως να καταριούνται την τύχη τους, που μπήκαμε στο χωροχρόνο τους πάνω στο σκυλί της φαντασίας. (Γιατί είναι η Φαντασία το πιο «Θεϊκό» κομμάτι του ανθρώπου).

Ίσως να έχουν καλέσει την απεντομωτική. Και αύριο να δούμε έναν άγνωστο κομήτη να πλησιάζει με πορεία προς τη Γη (όπου ζουν τα ενοχλητικά αυτά έντομα, οι άνθρωποι).

Ίσως να μας εξοντώσουν με κάποιον άλλο τρόπο, που δεν θα καταλάβουμε καν. Για να απαλλαγούν απ’ τη φαγούρα που τους προκαλούμε. (Ο καλύτερος τρόπος είναι να μας αφήσουν να αυτοκαταστραφούμε κι αυτό σχεδόν το έχουμε καταφέρει).

Κι ενώ αφήνω το πληκτρολόγιο για να ξυστώ δίχως οίκτο, σκέφτομαι ότι είμαι τυχερός (και πάλι). Αφού τυρρανιέμαι, αλλά έχω το δικαίωμα να τυρρανιέμαι. Κι εύχομαι αυτό να είναι το μεγαλύτερο Κακό που θα πάθω φέτος: Η φαγούρα των ψύλλων.

Θα μπορούσα να είμαι νεκρός και να μη με τσιμπάει κανένας απ’ αυτούς. Αλλά θα προτιμούσα να ξυπνήσω αύριο και να έχω στο μαξιλάρι μου μια κατσαρίδα. Μία που να με φοβάται και να τρέχει να κρυφτεί σαν στείλω ηλεκτρόνια στον λαμπτήρα.

ΥΓ: Αυτό το κείμενο γράφτηκε πριν δεκαπέντε μέρες. Ο πόλεμος με τους ψύλλους συνεχίζεται και τους έχουμε σχεδόν νικήσει -χωρίς να χρησιμοποιήσουμε πυρηνικά.

Λίγοι έχουν απομείνει, οι τελευταίοι θύλακες αντίστασης στους θεούς (εμάς).

Αν υπάρχει ανάμεσα τους και κάποιος Ηρόδοτος-ψύλλος, ίσως οι μάχες που δόθηκαν να καταγραφούν στο συλλογικό υποσυνείδητο των ψύλλων, ως «Ο Μεγάλος Πόλεμος του ’16».

Κι αναρωτιέμαι: Αν υπάρχει ένα Ανώτερο Ον (ή πολλά), πώς βλέπουν εμάς; Γνωρίζουν ότι υπάρχουμε ή μας θυμούνται μόνο όταν τα τσιμπάμε;

Τους πιάνει φαγούρα τους θεούς;

Αν ναι, τότε ελπίζω να μη ξυστούν.


Πηγή