Daily Archives: Σεπτεμβρίου 22, 2014

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ … Εγώ γιατί δεν έγινα αστροναύτης μπαμπά;

10356329_10202057316063547_1667033842419717143_n

Όταν κάθε γειτόνισσα, κυρία Μαρία, πλησίαζε με εκείνον τον ορμητικό δισταγμό, ξεχειλίζοντας από περιέργεια , έσκυβε προς τα ρουμπινάτα μάτια και τότε μπορούσες θαρρώ να δεις μέσα από τα μαρμαροκοκκάλινα γυαλιά της πρεσβυωπίας τον αντικατοπτρισμό του φοβισμένου σου κορμιού στο τζάμι, και ρωτούσε: « Τι θα γίνεις εσύ όταν μεγαλώσεις κοριτσάκι;» Τίποτα δε θα γίνω κυρία μου, τίποτα. Γιατί δεν μπορώ, γιατί φοβάμαι, γιατί με ξεζουμίσατε! Πώς έπρεπε δηλαδή να γνωρίζω στα οκτώ μου τι μου μέλλει εμένα η ζωή. Άσε που αυτό το τι μέλλει γενέσθαι, μόνο την όρεξη μου άνοιγε για χρόνια. Πάντα προτιμούσα τη μερέντα ωστόσο…

Αρνούμαι να φτάσω αυτά τα λόγια στο φαύλο κύκλο των ευθυνών. Οτιδήποτε διαβάζω πια τελευταία οδηγεί εν κατακλείδι σε μια εκτροχιασμένη αγανάκτηση τύπου: τι κάνει το κράτος για όλα αυτά; Πότε επιτέλους θα πληρώσουν οι υπαίτιοι τα λάθη τους; Που είναι η αξιοκρατία της χωράς μας; Μα σε ποιον απευθύνεστε κύριοι, δε σας καταλαβαίνω. Να σας πω και κάτι; Δεν απαντώ και δεν εμπλέκομαι άλλο στα πολιτικά σας τερτίπια. Δε με νοιάζει. Με νοιάζει μόνο που δεν κοιμάμαι ήσυχη τώρα τα βράδια. Όπως το ακούτε, είμαι μια εγωίστρια, εγωκεντρική, εγωπαθής, σαν ένα μικρό εξάχρονο.

Με νοιάζει που η φίλη μου έγινε άθελα της μετανάστης και δεν την βλέπω πια. Με νοιάζει που η γειτόνισσα δεν έχει τώρα τα χρήματα να αγοράσει πάνες για το αγγελούδι της και κάθε βράδυ σιγοκλαίει αναλογιζόμενη πως δεν είναι ικανή για μάνα. Με νοιάζει που ο κύριος  Γιώργος φεύγει και έρχεται στο σπιτικό του άπραγος, γιατί δεν το τολμά να πει στην αγαπημένη του πως δεν τους ήταν απαραίτητος πια στη δουλειά. Και η αγαπημένη καταντά μισητή, και αγέλαστη και μη ποθητή πια. Πλέκονται με τόσο όμορφη ειρωνεία οι αποστάσεις ανάμεσά μας, σαν να τις κέντησε η πιο καλή ράφτρα. Με νοιάζει που η μικρή Φιλιώ δανείστηκε πάλι ένα μολύβι από τη Βάγια γιατί εκείνη το ξέχασε στο σπίτι. Κάθε μέρα το ξεχνά στο σπίτι. Και ο δάσκαλος τώρα επιπλήττει τη μητέρα της Φιλιώς για τα προβλήματα μνήμης της κόρης της. Ορίστε και το μαύρο πρόβατο της τάξης, να και η άχρηστη Φιλιώ της κοινωνίας.

Με νοιάζει τελικά που δε μπορώ να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω: όλα θα πάνε καλά. Γιατί ίσως να μη πάνε. Γιατί δεν ξέρω πώς, πού και αν θα πάνε γενικά. Καλύτερα μια εγωίστρια παρά μια ψεύτρα. Γι’ αυτό καλέ μου άνθρωπε, την επόμενη φορά που θα ρωτήσεις ένα παιδί εσύ τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις , σκέψου, αναλογίσου εάν εσύ φέρεσαι τώρα ορθά, υπεύθυνα για να γίνει το παιδί σου αύριο γιατρός, δάσκαλος, οικονομολόγος, δικηγόρος. Σκέψου και βρες μια αξιοπρεπή απάντηση για τη στιγμή εκείνη που το σπλάχνο σου θα έρθει και με την πιο γλυκά ζωγραφισμένη απορία στο πρόσωπο, θα ρωτήσει: Εγώ γιατί δεν έγινα αστροναύτης μπαμπά;

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ … Η Ζωή είναι Ωραία με τα Μάτια Κλειστά

10356329_10202057316063547_1667033842419717143_n

Ανήκω στον κατιμά. Κρέας φτηνό, φτωχό και άγευστο. Για να με βάλεις στο στόμα σου, άμαθος καθώς είσαι, θα πρέπει να με φλομώσεις μπόλικο μπαχαρικό. Η ζωή είναι ρουλέτα κι η μπίλια η δική μου πήγε και κάθισε στου διαόλου τη γκίνια. Βίος αβίωτος, στημένος και σικέ παπάς, τίγκα στους αβανταδόρους, σαν κι αυτόν που συνηθίζουν και παίζουν οι γέροι στο λιμάνι μπροστά απ’ τα πρακτορεία. Ξέρω το δρόμο που μεγάλωσα με μάτια κλειστά. Κάθε λακκούβα και μπάλωμα της ασφάλτου. Σπίτια με μεσοτοιχίες τσιγαρόχαρτα, ο καθένας γνωρίζει απέξω το ροχαλητό του άλλου. Μέχρι τα δεκαοχτώ μου νόμιζα πως οι περισσότεροι είμαστε κάπως έτσι. Του ενός ο πατέρας άνεργος στη Ζώνη, του άλλου κατάκοιτος από εγκεφαλικό. Ο τρίτος ο χειρότερος, αγνώστου πατρός. Χαζός δεν ήμουν, γνώριζα πως κάπου μακριά υπάρχουν οι Άλλοι, μα πίστευα πως δεν θα τους συγχρωτιζόμουν ποτέ.

Φέτος το καλοκαίρι δούλεψα στα καρπούζια. Τρανό μανάβικο, εμπορία φρούτων και λαχανικών. Ξεφόρτωνα ένα, μπορεί και δυο φορτηγά την ημέρα. Εκφορτωτής έλεγα, χαμάλης μου απαντούσαν! Γράφαμε σε μεγάλα κομμάτια φελιζόλ – ιδέα του αφεντικού –  «Καρπούζα σκαίτη γλήκα», επίτηδες ανορθόγραφα, για να τραβάν το μάτι των περαστικών. Μάρκετινγκ της πιάτσας. Όταν δουλεύεις με κόσμο που επιθυμεί να ψωνίσει κάτι, κάτι το οτιδήποτε, γρήγορα συμπεραίνεις γιατί όλα γύρω σου είναι παράξενα και χάλια. Οι άνθρωποι είναι καχύποπτοι, πονηροί, εξυπνάκηδες. Θα ήταν ευτυχία αν οι άνθρωποι αγόραζαν μόνο καρπούζια. Αγοράζουν παιδιά, συζύγους κι ευκαιρίες, αγοράζουν καριέρες κι ολόκληρες ζωές.

Έβγαζα είκοσι δύο ευρώ μικτά την  ημέρα. Πολλά απ’ αυτά τα ‘πινα τη νύχτα. Συχνά το ξημέρωμα με έβρισκε μεθυσμένο να κάθομαι καταγής, οκλαδόν σε κάποιο απόμερο δρομάκι, πνίγοντας στο σάλιο μου τα εργατικά μα ανυπεράσπιστα μυρμήγκια. Ολάκερες εκκρίσεις σάλιου, γουλιές σιχαμένου υγρού, ποτισμένου στη νικοτίνη, την πίσσα και το τζιν μαζεύονταν στην άκρη των χειλιών μου μέχρι να πέσουν και να εγκλωβίσουν σε αργό θάνατο, μέσα σε κολλώδεις παγίδες, αυτούς τους μικροσκοπικούς δουλευταράδες του πεζοδρομίου. Ταξική αλληλεγγύη καμιά για τα φτωχά και «συγγενή» μου πλάσματα, θολωμένος από σπισισμό καθόμουν εκεί και τα αφάνιζα χωρίς κανέναν λόγο, όπως θα με αφάνιζε μόνο και μόνο για να σπάσει πλάκα, οποιοσδήποτε ισχυρότερος από μένα. Ένας βιομήχανος, κάποιος μαφιόζος της νύχτας, ακόμα κι ένας αδιάφορος τύπος με μεταπτυχιακό και ακριβό αμάξι.

Τώρα είναι η εποχή που ‘χω να πλαγιάσω με γυναίκα πέντε βράδια και να αγαπήσω μια απ’ αυτές τέσσερα χρόνια! Θα ερωτευόμουν εύκολα μέσα στο επόμενο μισάωρο μια γυναίκα με το όνομα Μάριον. Καμιά γυναίκα με αυτό το όνομα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι άσχημη, δύσμορφη και δυσειδής. Θα χιμούσα πάνω της σαν πρωτόγονος, ένας άνθρωπος του Κρο-Μανιόν σε στύση, ακόλουθος του Βάκχου και του Πάνα, τραγοπόδαρος όχι, μα σίγουρα με λίγη πλατυποδία, ένας αυλητής της σόουλ φανκ, κρασί και γαμήσι!

Θα ερωτευόμουν έστω και μιαν Έλσα με χυδαία βυζιά και μεσοαστική ανατροφή. Φιλοζωία, πράσινο τσάι και πέρασμα για δυο φεγγάρια απ’ την Αριστερά. Στο πατρικό της, μια μεζονέτα στα Νότια, το πικάπ θα έπαιζε Χατζιδάκι. Τους τοίχους στο μεγάλο σαλόνι με το ξύλινο πάτωμα θα διακοσμούσαν γκραβούρες και κορνιζαρισμένα έργα χαρακτών. Τα παιδικά χρόνια της Έλσας θα πρέπει να ήταν ανέμελα, η δουλειά για τους παιδοψυχολόγους παιχνιδάκι. Μπαμπάς με ιστορία στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μαμά βυθισμένη στη γυναικεία λογοτεχνία, ελαφρώς κακογαμημένη και με τελευταία, πρόσφατη μανία τη γιόγκα. Θα ερωτευόμουν καθετί γιατί το έχω ανάγκη. Θα ερωτευόμουν την ανυστερόβουλη μπότα του έρωτα, τη δουλεμένη από χέρι γέρου και καλόκαρδου τσαγκάρη, που ποδοπατά τον φόβο μέσα σου και μέσα μου. Θα ερωτευόμουν μέχρι κι αυτό το παραλήρημά μου …

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … δε θα ηρεμήσω αν δε βρω πού μένουν οι άνθρωποι…

10356329_10202057316063547_1667033842419717143_n

Σε τόπους που γεννούν παραμύθια μεθάω με τραγούδια, εκεί που ανθίζουν οι φίλοι μου μαζεύω εγω λουλούδια…
Κλείνω σ” ασκιά τους χειμώνες, προσεύχομαι στους Παρθενώνες,  μα όταν απλώνω τα χέρια μου όλα αυτα χάνονται,
γιατί όλα εκείνα που βλέπω είναι πίσω απ” τα μάτια..  Σε σένα που μ” έχεις φορτώσει γλυκιές και ομορφες  αναμνήσεις,
σε σένα που τώρα στο σώμα μου ψάχνεις να βρεις τις λύσεις,  χαρίζω το φως ομορφιά μου, στηρίζω τη γη μου καρδιά μου, μα πώς να πιστέψω πως τ” άστρα ποτέ δε θα σβήσουν, πώς θα βαστάξει η ψυχή μου σε τούτη εδω την άνοιξη.  Πού ν” τα φτερά μου;  Η αλήθεια μου τα “κοψε.. Κοίτα πώς με σκιάζει ν” αγαπάω, πώς με κοιτούν οι λογικοί, δε φταίω εγώ τ” αγιάζι που με θέλγει, σε ποια εποχή να στείλω την αύρα μου;  Στους δρόμους που βαίνει ο νους μου τα εμπόδια τωρα σβήνουν, εκεί που μου παίρνουν τη ζωή, ελπίδα παλι  μου δίνουν… Φωνάζω στις άδειες αλάνες, μόνες γυρίζουν τωρα οι μάνες, στις άσκοπες περιπλανήσεις μου τι θέλω εγω  ξαστόχησα.. μα κάποια στιγμή το θυμάμαι,  φοβάμαι γι” αυτό δε φοβάμαι, δε θα ηρεμήσω αν δε βρω πού μένουν οι άνθρωποι…

εγραψε το πιτσιρικι