Ο Βάρναλης «Στους Μπελογιάννηδες»

wpid-wp-1455450658872.jpeg

ΣΤΟΥΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΔΕΣ

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου

βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,

λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει

ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,

το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.

Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,

η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν

να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι

και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο

σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι

οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,

τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,

οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη

τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται

γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει

καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον

η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.

Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.

Μα το λένε στη ρεματιά τ’ αηδόνια,

οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια

και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.

Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες

και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!

Όπου να ναι, θα τον νεκραναστήσει

μέγας λαός κι αφτός αναστημένος.

(Κώστας Βάρναλης, «Στους Μπελογιάννηδες», Ελεύθερος Κόσμος, εκδόσεις Κέδρος , σ.47-48)

image

http://www.imerodromos.gr/varnalis-mpelogiannhdes/