Κρυώνω.

1644440

Τόσες σκέψεις. Τόσα λόγια ανείπωτα. Όλα μέσα στο μυαλό. Όλα μέσα εκεί κρυμμένα. Αφανέρωτα από όλους κι’ από όλα. Δεν βγαίνουν. Χάνονται μέσα στον ρυθμό της μέρας και στην λήθη της νύχτας. Παράξενο πράγμα. Θέλω τόσο πολύ να τα πω, να τα αποτυπώσω. Όμως κρύβονται καλά. Ίσως να φοβούνται να βγουν. Λες και θέλουν να προστατευτούν από εκείνα που δεν τους αξίζουν. Ίσως και αυτά να θέλουν τον χρόνο και τον χώρο τους. Δυστοκία θα μου πεις. Έλλειψη σιγουριάς θα σου πω. Φόβος, άγχος, έλλειψη. Όχι. Δεν θα προδώσω τον εαυτό μου. Θα του αφήσω τα περιθώριά του. Να βρει μόνος του εκείνη την στιγμή, εκείνη την ώρα που θα τα φανερώσει. Μόνο μέσα από την ελευθερία έρχεται η ολοκλήρωση. Λόγια παρηγοριάς; Όχι καλέ μου. Λόγια σταράτα, αντρίκια. Λόγια χωρίς ψευδαισθήσεις. Λόγια γεμάτα αισθήσεις ανθρώπινες.

Τι να σου κάνει ένα κορμί ταλαιπωρημένο εδώ και μήνες καθημερινά; Κάποια στιγμή θα ξεσπάσει, θα διασπασθεί στα εξ’ ων συνετέθη. Και πάλι καλά που μπορεί να σηκωθεί την επόμενη μέρα, να πλυθεί, να ντυθεί, να οδηγήσει μέχρι το γραφείο και να εργασθεί ακατάπαυστα για ένα 8ωρο και πλέον. Και να έχει και τον καθένα με το κοντό του και το μακρύ του να κάνει κριτική επί παντός επιστητού και ουχί αυτοκριτική επί των ιδίων πεπραγμένων.

Αναρωτιέμαι γιατί κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά. Λες και θα αλλάξω την κατάσταση, λες και θα μπορέσω να εκτονώσω την πίεση μέσα μου και να τονώσω τον εαυτό μου.

Άκουσα τα πρωί, ότι τα αντικαταθλιπτικά δεν προσφέρουν τίποτα, σε ήπιες μορφές κατάθλιψης. Καλύτερα να φας μια σοκολάτα. Πέρασα από ένα περίπτερο και αγόρασα δώδεκα. Καλά έκανα άραγε; Δεν ξέρω. Πάντως σε ηρεμεί η γεύση της, αυτό είναι αλήθεια. Βέβαια το καταλαβαίνεις μετά το τρίτο κομμάτι που έχεις φάει, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Διακόπτω την σκέψη μου. Δεν την αφήνω να ολοκληρώσει την πορεία της. Φοβάμαι ότι δεν θα μου φερθεί με καλοσύνη. Θα με αναγκάσει να κάνω κινήσεις που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα και την παιδεία μου. Βέβαια, πόσο να αντέχω να πνίγω την σκέψη μου; Κάποια στιγμή θα υπερνικήσει την θέλησή μου και θα λειτουργήσω ενστικτωδώς και βάρδα ποιος θα βρεθεί μπροστά μου.

Κρυώνω. Ένα εσωτερικό κρύο καλύπτει όλο μου το σώμα. Θέλω να φύγω. Να πάω σε μέρη που το σώμα μου θα ζεσταθεί. Σε μέρη που θα βλέπω μόνο αυτούς που θέλω και όχι αυτούς που μου επιβάλλουν να βλέπω. Τι ζητάω τώρα ο άνθρωπος θα μου πείτε. Η ελπίδα, θα πω στον εαυτό μου, πεθαίνει πάντα τελευταία. Αλλά πεθαίνει γαμώτο.

Στην πορεία του κειμένου, ανακάλυψα και άλλο αντικαταθλιπτικό. Το γράψιμο. Είτε στο χαρτί, είτε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Και πιστέψτε με, στο δεύτερο είναι και πιο εύκολο και πιο άμεσο…

εγραψε το πιτσιρικι

wpid-wp-1463604094731.jpeg