Ο Γάϊδαρος του Χότζα…

wpid-wp-1468234565582.jpeg

Τις προάλλες, «έπεσα» σε ένα από τα συνήθη καλοκαιρινά «ρεπορτάζ παραλίας»· και άκουσα ένα συνταξιούχο να λέει το εξής αμίμητο:

Αίφνης, θυμήθηκα εκείνο το «ανέκδοτο» με το γάιδαρο:

Κάποτε, ο ιδιοκτήτης ενός γαιδάρου στοιχημάτισε ότι θα εκπαίδευε το ζώο, ούτως ώστε να μάθει να ζει χωρίς τροφή.
Πράγματι, άρχισε να λιγοστεύει την ημερήσια ποσότητα τροφής, έως ότου την έκοψε εντελώς· και υπερήφανος για το κατόρθωμά του, το διηγείτο στους συγχωριανούς του στο καφενείο.
Λίγο αργότερα, το άτυχο γαϊδουράκι ψόφησε· και η γαϊδουρινή υπομονή του δεν το βοήθησε σε τίποτα.

Δεν ξέρω εάν η κρίση μας έμαθε δήθεν να ζούμε με λιγότερα· διότι θαυμάζω ανθρώπους οι οποίοι διεκδικούν τα περισσότερα.
Άλλωστε, μάθαμε να ζούμε με λιγότερα μόνον όσοι ζούσαμε, ούτως ή άλλως, με λίγα.

Δε γνωρίζω εάν σε κάθε καινούργια περικοπή μάθαμε να λέμε: «Δεν πειράζει, μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό που μας έκοψαν»· επειδή θα μου άρεσε να εμπνευστώ από ανθρώπους οι οποίοι, σε οιανδήποτε περικοπή, θα απαντούσαν:
«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να κόψεις κανένα κομμάτι της ζωής μου το οποίο δε σου ανήκει».

Εν κατακλείδι, η αισιοδοξία είναι μία έννοια διφορούμενη· άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους αισιόδοξους, επειδή ανέχονται το βιασμό της ζωής τους τσαλαβουτώντας στις θάλασσες «που δε θα κοπούν»· κι ας ξέρουν ότι, όταν κανείς καταναλώνει συστηματικά θαλασσινό νερό, τρελαίνεται·

ενώ άλλοι πιστεύουν πώς είναι αισιόδοξοι, διότι είναι βαθειά από-γοητευμένοι· και μόνον οι βαθειά από-γοητευμένοι άνθρωποι, εκείνοι οι οποίοι βλέπουν την πραγματικότητα, ακριβώς όπως είναι, χωρίς «καλολογικά στοιχεία», δύνανται να κάνουν ανατροπές… προτού χαρούν τις θάλασσες.

ΥΓ. «Επίκαιροι Αμίλητοι» – Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι:

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυσμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.


Πηγή