Μάθαμε γυμνοί, ντρεπόμαστε ντυμένοι…

wpid-wp-1443247797043.jpeg

Σχολικό συσσίτιο στο Ασφενδιού (Κως), 1960

Ήταν ένας χειμώνας από τους πέντε που πέρασε εκεί η μισή μου φαμίλια. Πρώτα έφυγε ο πατέρας και η μαμά, κάπου ενδιάμεσα ήρθε στον κόσμο η μικρή. Εγώ έμεινα πίσω με τη γιαγιά, γιατί δεν γινόταν να ξεσπιτωθεί όλη η οικογένεια επειδή ο μπαμπάς διορίστηκε σε μακρινό νησί. Μακρινό, γιατί εκείνα τα χρόνια η θαλάσσια συγκοινωνία ήταν μακρά και επίπονη (στο παιδικό μυαλό μου η λέξη καβοντόρο —ναι, έτσι, μονοκόμματη και μονοτονισμένη— είχε την ποιότητα ενός μικρού εφιάλτη) και στο νησί το βαπόρι δεν έδενε καν στο λιμάνι μέσα, παρά έρχονταν οι λάντζες και σε παραλάβαιναν μέσα στα μαύρα τα μεσάνυχτα και με κάτι μποφόρια νααα.

Ένα χειμώνα έζησα μαζί τους εκεί, μετά τους έβλεπα όσο ήταν κλειστά τα σχολεία.

Για να μην κάθομαι άπραγη στο σπίτι και σκυλοβαριέμαι και σπάω και τα νεύρα της μαμάς, ο μπαμπάς με έγραψε —ή, μάλλον, με «έγραψε» παράτυπα, γιατί δεν είχα συμπληρώσει την κατάλληλη ηλικία, και με τη συνενοχή της Αργυρώς, της διευθύντριας του δημοτικού— στην πρώτη τάξη. Άλλωστε πώς θα χαλούσε χατίρι η Αργυρώ στον νεαρό κι όμορφο γυμνασιάρχη; Ας είναι.

Το σχολείο μας ήταν ένα μακρόστενο κτήριο, παραταγμένες τάξεις που έβλεπαν σε μια χωμάτινη αυλή με ευκάλυπτους. Οι τάξεις πιο ψηλά, αμέσως μπροστά τους το προαύλιο, από κάτω του πιο χαμηλά μια σειρά βρύσες και μπροστά η περιφραγμένη αυλή με το χαμηλό τοιχαλάκι.

Κάθε πρωί περνούσαμε ουρά με το τσίγκινο ποτήρι μας να πάρουμε ζεστό γάλα με κακάο. Οι αλουμινένιες χύτρες που άχνιζαν και μοσχομύριζαν φαίνονταν πελώριες στο μπόι μας. Μετά μπαίναμε για μάθημα.

Το μεσημέρι είχε συσσίτιο: τις απλές καθημερινές, συνήθως πληγούρι πασπαλισμένο με ζάχαρη για έξτρα θερμίδες, τις καλές μέρες πατάτες γιαχνί. Και όσπρια. Πολλά όσπρια. Και ψωμί. Αυτά θυμάμαι. Ή μάλλον όχι. Θυμάμαι κι άλλα. Πως ήταν ένα παιδί, πιο μεγάλο από μένα, που με πλεύριζε κάθε τόσο και μου ‘λεγε: «Αν δεν μου δώσεις το σαλάμι σου θα σε σκοτώσω». Ήξερε ότι η κυρία γυμνασιάρχου έβαζε καμιά φορά στην τσάντα της κανακάρας της ένα σάντουιτς με τυρί και σαλάμι. Όχι πάντα, αλλά με είχε δει να το τρώω. Κι από τότε το έτρωγε εκείνος. Δεν μ’ ένοιαζε, κι ας μην τολμήσει να μιλήσει κανείς για μπούλιινγκ.

Επίσης θυμάμαι πόσο με μάγευαν τα ανοιχτά ψηλά σακιά με τα γυαλιστερά φασόλια που ήταν παραταγμένα μπροστά από τον πάγκο του μπακάλη. «Αυτά είναι φαγιά. Όχι τα κοτόπουλα και τα μπιφτέκια που φτιάχνεις εσύ», έλεγα στη μάνα — και ο πατέρας κουνούσε το κεφάλι και μουρμούριζε: «Ο που γεννήθηκε στη φυλακή, της φυλακής γυρεύει» ή «μάθαμε γυμνοί, ντρεπόμαστε ντυμένοι». Αχάριστη κόρη, τι τα γυρεύετε.

Τα μισά παιδιά ερχόντουσαν στο σχολείο ξυπόλητα. Τα αγόρια. Τις καλές μέρες φορούσαν κάτι πλαστικά μισοσάνταλα με κλειστή στρογγυλή μύτη και σιδερένια αγκράφα στο πλάι. Και αποφόρια.

Το μεσημέρι, γυρνώντας στο σπίτι, περνούσα έξω από τον ένα φούρνο — δύο ήταν. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μυρωδιά από τα φρύγανα που καίγονταν. Ποτέ δεν έχω ξαναφάει τέτοιο ψωμί.

Γεμιστά; Γεμιστά δεν ξέρω αν φτιάχνανε στο σπίτι τους τα παιδιά με τα πλαστικά πέδιλα. Εμείς πληγούρι και πατάτες γιαχνί τρώγαμε στο συσσίτιο. Τα κοτόπουλα και τα μπιφτέκια ήταν για τους καλομαθημένους.

—της Ρηγούλας Γεωργιάδου—

http://dimartblog.com/2015/09/25/rg259/

https://bluebig.wordpress.com/2015/09/26/