Το κόσμημα της θλίψης..

relax_view

Μέσα στα λυπημένα σου μάτια, Χαμογέλασα σαν ήλιος καλοκαιρινός. Μέσα στα ζεστά σου χέρια κούρνιασα, μιαν αμφιβολία και έτσι γίναμε Θεοί. Ήτανε νύχτα θυμάμαι. Η ίδια ιστορία, Ένα αγόρι να περιμένει ένα κορίτσι. Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Τα τσιγάρα, μετρονόμος της σκοτεινιάς, και ένα φεγγαρόφωτο να λούζει το καλό του το κουστούμι Έσιαξε τα μαλλιά του, Μέχρι που έγιναν κόμποι. Μέτρησε όλα τα λόγια που της είπε στο τηλέφωνο, λέξη προς λέξη, κόμπιασμα για κόμπιασμα. Ακόμα και το σαρδάμ του σ’ αγαπώ που είπε το θυμάται Κοίταξε τα παπούτσια του, καινούργια, ακριβά. Χρεώθηκε στον φουκαρά τον γέρο να τα πάρει..

Υπάρχουνε πληγές, σκέφτηκε που δεν κλείνουν έτσι απλά, Ουλές που μένουν, ματώνουν από μέσα προς τα έξω. Έκλαψε λιγοστά, όσο-όσο χρειαζόταν για να μην ουρλιάξει στο σκοτάδι, ώσπου πήγε το φεγγάρι σε άλλες χώρες, σπρώχνοντας θαρρείς ο ήλιος λίγο από την ζωή του. Εκείνο το παγκάκι τον ξεκούρασε, αν και σκληρό το ξύλο. Τα μάτια του βαριά σαν πέτρα τον σήκωσαν να πάει στο καλό του.

Θα πεις, τι ιστορία είναι αυτή; Συνηθισμένη θα σου πω, Μια από τις πολλές που χρόνια με παιδεύουν. Ίσως.. ίσως αυτό να με έκανε να την θυμηθώ, Η νύχτα μου τα ψιθύρισε όλα, δε φταίω. Εκείνη η ψιλή κραυγή που άκουσα μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Να δεις που η νύχτα κράτησε μέσα της το βουβό του κλάμα. Πώς να αντιπαλέψεις ετούτη την κραυγή της σκοτεινιάς, Με τι χέρια της ψυχής να το παλέψεις;…

εγραψε το πιτσιρικι

wpid-wp-1473889897101.jpeg