Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ένα όνομα. Μια ιστορία.

5580

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ένα όνομα. Μια ιστορία.
Μια γυναίκα που άφησε το στίγμα της σε τραγούδια που όλοι έχουμε τερετίσει, έχουμε χορέψει, τραγούδια ύμνους στη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της. Στις χαρές και τις λύπες. Στις απογοητεύσεις και τις επιτυχίες. Στον έρωτα και την απώλεια. Μια γυναίκα που από τα μικράτα της αισθάνθηκε στο πετσί της τις ψυχρολουσίες που επιφυλάσσει η ζωή, τη ρευστότητα που περιβάλλει την ύπαρξη μας.

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893 και ζώντας μια καθ’ όλα άνετη ζωή, εκδιώχθηκε κακήν κακώς με την οικογένεια της, καταφέρνοντας να γλιτώσει από τη σφαγή που έπληξε τη Σμύρνη το 1922 με τους κεμαλιστές να αφήνουν στο πέρασμα τους αίμα και τέφρα.
Ναι, ήταν παρούσα και επέζησε από αυτό το μελανό για την ιστορία της Ελλάδας γεγονός που κάποιοι ακόμη επιμένουν να αποκαλούν Συνωστισμό…
Στην Αθήνα έφθασε με την μητέρα της και τις δυο κόρες της κι, έχοντας το πτυχίο της δασκάλας ανά χείρας, άσκησε το επάγγελμα προκειμένου να ζήσει την οικογένεια της. Στην πορεία, κι έχοντας το μικρόβιο της υποκριτικής, μαθήτευσε δίπλα στην Μαρίκα Κοτοπούλη κι εντάχθηκε σε θίασο περιοδεύοντας ανά την Ελλάδα και βγάζοντας μόνο τα έξοδα για τη παροχή τροφής. Όσο για την ποίηση, ασχολήθηκε συστηματικά για χρόνια. Η μόρφωση της αλλά και τα όσα είχε ζήσει στάθηκαν αρωγοί στο να μπορεί να σαγηνεύει με τόση ευκολία το λόγο.

Το κεφάλαιο της στιχουργικής το άνοιξε το 1948 προκειμένου να ξεπληρώσει τα χρέη της από την χαρτοπαιξία στην οποία ήταν για χρόνια παθιασμένη, ναι παθιασμένη και όχι εθισμένη, γιατί η Ευτυχία ζούσε παθιασμένα το καθετί, οδηγούσε εκείνη τη ζωή της εκεί ακριβώς που ήθελε. Κανένας δεν μπόρεσε να την δαμάσει. Κανέναν δεν φοβόταν.
Ακόμη και στο τέλος της ζωής της έπαιξε μια παρτίδα τράπουλα με το θάνατο και έδωσε τα ρέστα της…

Από μικρή η Ευτυχία ήταν σωστός διάολος. Τρόμαζε την γιαγιά της μιμούμενη τον Χάρο που ήρθε να την πάρει. Κι όσο κι αν της φώναζε, εκείνη απτόητη συνέχιζε το κέφι της. Ήταν πειραχτήρι. Είχε την τρέλα να πουλά και να αγοράζει συνεχώς. Έφθασε στο σημείο να πουλήσει ως και το στασίδι της μάνας της στην εκκλησία…
Μάθαινε τα μυστικά της τράπουλας από μια Αρμένισα υπηρέτρια, τα οποία και χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της, παριστάνοντας την χαρτορίχτρα στην Αττάλεια για να βγάζει το ψωμί για την οικογένεια της. Τετραπέρατη, τίποτα δεν μπορούσε να την πτοήσει.
Παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία από προξενιό έναν άντρα μεγαλύτερο της τον Νικολαϊδη με τον οποίο απέκτησε τις δυο κόρες της και μετά από χρόνια τον άφησε για να γίνει θεατρίνα κόντρα στα συντηρητικά ήθη της εποχής. Αντισυμβατική και ασυγκράτητη, αποζητούσε μια ζωή έντονη κι ανέμελη.
Σταθμός στην ζωή της και συνοδοιπόρος της αποτέλεσε ο μοναδικός άντρας που κέρδισε την καρδιά της και την ενέπνευσε να γράψει τους πιο ερωτικούς στίχους:
«Μες στο δρόμο της ζωής μου, βρήκα ένα θησαυρό΄βρήκα αγάπη μου εσένα που ζητούσα από καιρό. Αν το ήξερα καλέ μου θα ζητούσα απ’ το Θεό, δυο καρδιές να μου’ χε δώσει δυο φορές να σ’ αγαπώ»

Πετραδάκι πετραδάκι προσπάθησε να χτίσει τη ζωή της από την αρχή έχοντας τον άντρα της στο πλάι της. Ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος (επώνυμο που κράτησε μέχρι το θάνατο της) τη δέχθηκε και την αγάπησε βαθιά κι αγκάλιασε τις κόρες της σαν να ήταν δικές του. Ο έρωτας τους ήταν θυελλώδης και μοναδικός σκόπελος στη σχέση τους ήταν η μανία της με την πράσινη τσόχα. Όπως και η ίδια παραδέχθηκε μόνο με την τσόχα τον απάτησε…
Δεν είχε αδυναμίες, όχι, όχι δεν ήταν αδύναμη. Πάθη είχε και τα αναγνώριζε.
Ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, παρά μονάχα τον εαυτό της.
«Μα κανένας δε μου φταίει για το χάλι μου, σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου», έγραψε.

Έζησε μια γεμάτη ζωή, τη ρούφηξε σαν να ήταν το τελευταίο της τσιγάρο.
Αδιαφορούσε για το κέρδος και δεν έδινε δεκάρα για τη φήμη. Απαρνιόταν τα πνευματικά της τέκνα ενώ οι άλλοι θησαύριζαν εις βάρος της.
«Με γεια τους», φώναζε…
«Να φάμε και να πιούμε σήμερα, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής», συνήθιζε να λέει.
«Το τελευταίο βράδυ της» το πέρασε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου το 1972, δημιουργώντας σχολή στην ελληνική στιχουργική και αφήνοντας για παρακαταθήκη στίχους μνημειώδεις.

Αυτή λοιπόν ήταν η Ευτυχία. Βίος και πολιτεία η ζωή της… Πολλά χρόνια μετά το θάνατο της και βασιζόμενος στο βιβλίο με την βιογραφία της που συνέγραψε η εγγονή της Ρέα, ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας αποφασίζει να μεταφέρει τη ζωή της στο θεατρικό σανίδι.
Η επιλογή της Νένας Μεντή για την ενσάρκωση του ρόλου ήταν αναμφισβήτητα επίπνοια. Γιατί η Νένα Μεντή σε αυτή την παράσταση ξεπερνά τον ίδιο της τον εαυτό.
Δεν υποδύεται απλώς την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Ε-Ι-Ν-Α-Ι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Από το πρώτο λεπτό της παράστασης, πριν καν αρθρώσει λέξη νιώθεις πως η ψυχή της Ευτυχίας έχει καταλάβει το σώμα της. Όλες της ζωής της οι φουρτούνες έχουν αποτυπωθεί στο δικό της πρόσωπο. Επανασυστήνεται στο κοινό ως Ευτυχία και ξεκινά να περιγράφει το μακρύ και κοπιώδες ταξίδι της. Από τον βίαιο ξεριζωμό της από την πατρίδα, έως την μοναδική για εκείνη εμπειρία του θεάτρου. Από τη γνωριμία της με το μοναδικό της έρωτα Γιώργο, έως την απώλεια της κόρης της Μαίρης και την θλίψη στην οποία βυθίστηκε έκτοτε.

Αυτή η παράσταση πραγματικά σε συγκλονίζει. Επάνω στη σκηνή βρίσκεται μόνο ένα πρόσωπο κι όμως εσύ βλέπεις να παρελαύνουν μπροστά στα μάτια σου όλοι οι χαρακτήρες που σημάδεψαν τη ζωή της. Η μάνα της η Μαργιώκα, οι κόρες της Μαίρη και Καίτη, ο έρωτας της ζωής της Γιώργος, η εγγόνα της η Ρέα, ακόμη και η γιαγιά της η Αλισαβώ.
Η Νένα Μεντή σε παρασύρει, σε κάνει να νιώθεις πως είσαι κι εσύ κομμάτι της Ευτυχίας. Τα δάκρυα της στάζουν στο πρόσωπο σου, ο πόνος της σου σφίγγει το στομάχι και το καμπανιστό της γέλιο κάνει τα χείλη σου να μουδιάζουν.
Ούσα μονάχη στη σκηνή, συνομιλεί με τα άψυχα αντικείμενα που το καθένα συμβολίζει κι ένα πρόσωπο. Εσύ βλέπεις το πρόσωπο, το ακούς, το αισθάνεσαι… Τα αντικείμενα αντιπαρέρχονται το ένα το άλλο κι εσύ συνεχίζεις να βλέπεις πρόσωπα να περνούν. Ο χαμός της κόρης της ήταν αιτία για να γράψει «Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή»
Πόσο αληθινό…

Αυτή τη γυναίκα θα ήθελες να τη γνωρίσεις, να περάσεις λίγο χρόνο μαζί της και να της σφίξεις το χέρι ευχαριστώντας την για τις ανεπανάληπτες στιγμές που μας προσέφερε ακούσια με τους εκπληκτικούς στίχους που μίλησαν στις καρδιές μας και θα συνεχίσουν ες αεί να απαθανατίζουν τον καημό του Έλληνα.
Όταν σβήνουν τα φώτα και η αυλαία πέφτει, είναι αδύνατον να κρατήσεις τα δάκρυα σου, χειροκροτείς ασταμάτητα και νιώθεις μικρός μπροστά στο μεγαλείο αυτού του ταλέντου που μόνο δέος και συγκίνηση σου προκαλεί. Ριγείς κι η Νένα Μεντή με ταπεινότητα υποκλίνεται και αποχαιρετά την Ευτυχία.

Αγάντα λοιπόν Ευτυχία..
«Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν” η ζωή
θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί.»

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°