ΜΑΤΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΚΗ

640c70fc0e15edf2f77d3d20c2bbc160

Τα μάτια. Ο καθρέφτης της ψυχής, λένε, γράφουν, τραγουδάνε. Σε συμβουλεύουν να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ό,τι σου δείχνουν. Πως αυτά, δεν μπορούν να σου πουν ψέματα ακόμη κι αν, πολλές φορές, δε συμφωνούν με τα λόγια που συνοδεύονται.

Κι εγώ, αιχμάλωτη της αλήθειας, την αναζητούσα μέσα από ένα βλέμμα. Άκουγα από τα μάτια σου,όσα τα χείλη δεν μπορούσαν να πουν. Όσα δεν είχα ζητήσει να ξέρω, μα δεν μπορούσες να κρύψεις. Κι αν πραγματικά τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, έχεις την πιο όμορφη ψυχή που έχω δει ποτέ μου.

Πόσο όμορφος ήσουν όταν κοιτούσες κάποιο σκυλάκι που συναντούσαμε στο δρόμο. Τα μάτια σου λαμπύριζαν και φώτιζαν το πρόσωπό σου. Ή όταν μιλούσες για την ασπρόμαυρη αγάπη σου. Τα μάτια σου, κόκκινα και βαριά, να βγάζουν φλόγες και πιο εκφραστικός για το τί ζητούσες, δε θα μπορούσες να γίνεις αλλιώς. Κι όταν με κοιτούσες έτσι, γινόμουν κι εγώ, να, μα την Παναγία.

Πώς, μετά, να μπορέσω να φανταστώ ότι με νηφάλια μάτια θα μου κομμάτιαζες το «είναι»;

Με τα μάτια να με θες, με τα λόγια να με διώχνεις. Μετά άλλαζες το βλέμμα, αλλά ήμουν η καψούρα σου. Όσα ψυχολογικά και να είχα, τα δικά σου δεν τα πλησίαζα καν. Εμφανίζονταν συνέχεια τρίτες και τέταρτες και διεκδικούσαν κάτι από εσένα. Όλες φαίνονταν να έχουν κάποια εξουσία πάνω σου. Τι με ρωτάς; Σε κοιτούσαν και μου λύνονταν οι απορίες.

Εν καιρώ, προστέθηκαν κομπάρσοι που προσπάθησαν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μα τι αξία είχε; Παραχώρησα σε δεσποινίδες τους τίτλους που διεκδικούσαν και κοιτούσα απολαυστικά το εργάκι σου. Γελούσα χαιρέκακα όταν έβλεπα να κάνουν ό,τι εγώ κάποτε και γνώριζα ακριβώς τί τους είχες εξομολογηθεί.

Εξού και τα φτιαγμένα νυχάκια, τραγουδάκια της δικής σου αρεσκείας, φωτογραφιούλες που κάλυπταν την ανασφάλειά σου, την ανάγκη σου να σου ανήκει κάποιος. Να έχεις έναν άνθρωπο που να μπορείς να επηρεάζεις. Επειδή δεν έχεις, εσύ, όρεξη να γαμάς και τη δική του ή επειδή σου σκασε περίεργα το φου, να πρέπει ο άλλος να μπορεί να σε ικανοποιήσει όπως εσύ γουστάρεις.
Σιγά, αφέντη μου, θα σου φύγει κάνας πόντος.

Άρχισα να σε κοιτάω και να σε λυπάμαι γι’ αυτό που είχες γίνει και προσπάθησα να σε προστατεύσω. Δε χωρούσε οργή και θυμός κι ας μου φέρθηκες σκάρτα. Τα μάτια σου ακόμη δε με είχαν προδώσει. Σου μιλούσα και σε στήριζα μ’ όποιον τρόπο μπορούσα κι όταν ήξερα πως χρειαζόταν η παρουσία μου, κινούσα γη και ουρανό και τα κατάφερνα. Γιατί, εσύ πάντα ήθελες κι εγώ μπορούσα.

Δεν κρύφτηκα πίσω από τρόπους, αυτό είναι ό,τι χειρότερο. Σου έλεγα την αλήθεια κοιτώντας σε κατάματα κι ας ήξερα πως φανερώνω κάθε αθέατο κομμάτι του εαυτού μου. Κομμάτια καλά θαμμένα, μα που να σε πάρει ο διάολος, τα μάτια που κουβαλούσες, το άξιζαν.

Είπες τις πιο όμορφες λέξεις με το πιο πιστευτό βλέμμα. Μα είχες ξεχάσει πως ο κόσμος είναι πολύ μικρός για να κρυφτεί η αλήθεια.

Άνθρωπε ψεύτικε, όποια μάσκα κι αν φορέσεις πια, σε ξεχωρίζω.

Βλέπεις, βλέπω παραπάνω απ’ όσα φαίνονται. Επέλεξα πλέον να μη σε πιστεύω, αφού σ’ έμαθα. Κι ό,τι κι αν άκουσα, ό,τι κι αν είδα δεν μπόρεσε να με τυλίξει στο μανδύα των ψεμάτων που προσπάθησες να μου φορέσεις. Μόνο γι” αυτό προσπάθησες στην τελική.

Λόγια που δεν έκανες ποτέ πράξη και δεν ταίριαζαν μ’ αυτά που ήθελε το μέσα σου. Μάτια που φώναζαν άλλα απ’ αυτά που ίσχυαν. Πράξεις που απλά συγκάλυπταν το έγκλημά σου. Δολοφόνος κάθε ωραίας κι αληθινής στιγμής μας.

Όταν, λοιπόν, σε κοιτούσα σαν να σε αγαπάω και σου δήλωνα ότι είμαι δική σου, θα έπρεπε μόνος σου να καταλάβεις αν σου έλεγα την αλήθεια. Αν καθόσουν να σκεφτείς πως θα μπορούσα να είχα καταστρέψει όλο σου το παραμυθάκι αλλά προτίμησα απλά να σε κοιτάζω. Δεν ήμουν ο μαλάκας με τη μεγάλη καρδιά. Αντιθέτως! Πάμε πάλι στην αρχή.

Αν τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, τόσο κενό απορώ πώς το κουβαλάς, μάτια μου. Κι αν κάτι καθρεφτίζεται στα δικά μου, η ψυχολογική αναπηρία που μου πάσαρες με το κιλό, αγόρι μου.

Πλέον αποφεύγω να σε κοιτάξω, μην τυχόν και δω το «κρίμα» να ζωγραφίζεται στο βλέμμα σου. Μήπως καταφέρεις πάλι να με βομβαρδίσεις με βλέμματα που φανερώνουν αλήθειες που δείλιασες να ζήσεις.

Στο σιχαμένο κόσμο σου, όλα κρύσταλλα ραγισμένα κι η αγάπη να πιάνει μπόχα. Όπου κοίταζες, έταζες, ανίκανος να πραγματοποιήσεις και το πιο μικρό απ’ αυτά.

Μα εγώ ακόμη είμαι δική σου και πιστεύω σε σένα! Τι με κοιτάς;
Ακόμη και τα μάτια λένε ψέματα…

°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°
ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ. ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ GOOGLE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°°