ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ ΓΡΑΦΕΙ … Όνειρα θανάτου προειδοποιητικά

images

Δες πως διαβηκαν γρηγορα και αγερας εγιναν… . Δες πως προσπέρασαν οι ατοφιες στιγμές και ονειροπαρμενες που αναγκάλιαζαν τις θροες της ταραγμένης θάλασσας μου..Κοιτα πως έσβησαν τα φώτα του δρόμου σου που σε έτρεχαν, και σε έβγαζαν ολόισια στα περιβόλια μιας ανάπαυσης, και στο σκοταδι της λησμονιας.. Δες πως έσβηναν στην νυχτιά τώρα του ήλιου οι φωτιές που κατέβαιναν στους κόσμους, και που δεν σε ελαχε να πας…Ειμαι το παιδί με τα κοντά παντελονάκια που παράταγε τα πεντοβόλια και τα τσερκουλα στην φωνή της μάνας του…της κυρα περδικως.. σπίτι γρηγορα αμουστακο μου αετοπουλο.. Νύχτωσε και στο παιδικό σου δωμάτιο ακούγονταν τα ονόματα που σου άρεσαν να ακούς.. Των ιπποτών και της πριγκίπισσας…και τωρα; πονας ε; Μα δεν ποναω εγω την καρδια μου ρωτα..Ακουσε τους παλμους και ελα παμε στην λησμονια της κολασης…Τα πρώτα σου παραμύθια που ακούμπαγαν το ένα πάνω στο αλλο και όλα μαζί τους στα μισά της μικρής σου ανέμελης νιότης. εγιναν ονειρα φθαρμενα.. Δες μετά τα πρώτα σκιρτήματα των ιδεών, της πλάσης των κόσμων σου και της αναρρίχησης σου σε ξένα γυναίκεια σώματα… πορνες ηταν να το θυμασαι..Δες όμως, οι αλληλουχίες των ιδεών και των πραγματων σου σε τρέξανε για να αγγίξουν τα όνειρα σου τα νέα…Δες μέσα σου. Τα όνειρα της μάνας σου που ξενιτεύτηκαν στα νέα ακούσματα σου, και στα νεα θελω.. Μα ημουνα μικρος και ομορφος.. και τι με αυτο.. Μα ήταν ψεύτικα; Τώρα πια δεν είναι δικά σου… Δες την γαμημενη τάξη μιας προσθαφαίρεσης του συρταριού σου με τις οικονομίες μιας ζωής, όπως σου αρέσει να λέγεις… Μήπως και θυμηθείς στο κάλμα σου μην και υπάρχει το παιδί που έπαιζε καταμεσής στον χωμάτινο δρόμο…Τοτε που θυσίασες το κλάμα και το γέλιο σου στα νέα σου τα παραμύθια των κλειδωμένων συρταριών σου, και στις ασπρομαυρες κρυμενες φωτογραφιες σου…Κοιταξε καλά και με κλειστά ματια, υπάρχει μέσα σου η αναπνοή σου…Τωρα θα είναι και δικιά σου στα στερνά εκεί που σταματάνε οι δρόμοι σου, και τα σκοτεινα ονειρα… Πρόσεξε μην και δεν παλμωσε το χάρισμα του γέλιου σου πριν τον ύπνο που το γέμιζε με ιπποτες και πριγκιπισσες, η τσιγγανα μανα σου…Τωρα τρεξε μηπως και ξελευτερώσεις τα παιδικά σου όνειρα στο χρήμα που σώζει όπως μας έλεγες περήφανα μικρος…Μην κλαψεις ομως…Μόνον φύγε… Πήγαινε. Άλλαξε δρόμους…Φτάσε στις θαλασσες της ανάπαυσης σου μην και σε προλάβει το ”ανάθεμα” σου…μην και σε προλάβει ο θανατος…

εγραψε το πιτσιρικι