Πώς οι «δράκουλες» της μεταπολίτευσης μετατρέπουν σε «κανίβαλους» τα παιδιά τους…!

wpid-wp-1455000106764.jpeg

Γνωρίζετε πόσους συνταξιούχους είχε η Ελλάδα το 1980 και πόσο αυτοί κόστιζαν τότε στον κρατικό προϋπολογισμό, ήτοι στον Έλληνα φορολογούμενο; Γνωρίζετε ποια ήταν αυτά τα δεδομένα το 2000 και ποια είναι σήμερα, δηλαδή δεκαπέντε χρόνια μετά; Έχετε υπ’ όψιν σας την τελευταία αυτή δεκαπενταετία πόσοι συνταξιούχοι προστέθηκαν σε αυτούς που ήδη υπάρχουν; Όσοι δεν γνωρίζουν όλα τα παραπάνω νούμερα, καλόν θα ήταν να τα μάθουν πριν αρχίσουν να κάνουν τα γνωστά κηρύγματα περί λιτότητος –τα τόσο προσφιλή στην κυρία Ζωή Κωνσταντοπούλου και τις «Επιτροπές Ψευδολογίας» που είχε συστήσει.

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Στην Ελλάδα του 1980 υπήρχαν 760.000 συνταξιούχοι, οι οποίοι απορρόφησαν περί τα 920 εκατομμύρια σε σημερινά ευρώ. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 2000, στην χώρα υπήρχαν 1.820.000 συνταξιούχοι, οι οποίοι απορροφούσαν 14,5 δισεκατομμύρια ευρώ, με τα μισά από αυτά να τα καλύπτει το κράτος, ήτοι ο Έλληνας φορολογούμενος. Σήμερα, 15 χρόνια αργότερα, οι συνταξιούχοι πλησιάζουν τα 3.000.000 και απορροφούν 36 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα οποία τα 25 δισεκατομμύρια καταβάλλει το κράτος.

Έτσι, οι συντάξεις αντιπροσωπεύουν το 20% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος της χώρας, με την κρατική συμμετοχή σε αυτές να ξεπερνά το 14,5% του ΑΕΠ, ποσοστό ρεκόρ στις χώρες μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ). Το ποσοστό δε αυτό αποτελεί ρεκόρ για τον απλό λόγο ότι κάπου 400.000 συνταξιούχοι στην χώρα είναι αμιγώς κρατικοεπιδοτούμενοι, χωρίς να έχουν ποτέ καταβάλλει έστω κα ένα ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία. Πρόκειται, δηλαδή, για «πελάτες»-ψηφοφόρους του πολιτικού συστήματος, οι οποίοι σήμερα κοστίζουν περί τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Υπό αυτές τις συνθήκες, γράφει ο Φώτης Γεωργελές στην Athens Voice, μία ολόκληρη γενιά «βαμπίρ» κυριολεκτικά κανιβαλίζει τους νέους του αύριο, τους οποίους η κυβέρνηση μετατρέπει σε άνεργους –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία.

Μία οικονομία που κάθε μέρα που περνά χάνει τον παραγωγικό της δυναμισμό και, μπροστά στην αδυναμία της να δημιουργήσει πλούτο προς διανομή, τελικά τιμωρεί τους εργαζόμενους. Και πώς να μην συμβαίνει αυτό όταν ένα κράτος που φιλοδοξεί να ρυθμίζει τα πάντα έχει γίνει, αντί για αρωγός της ανάπτυξης, γραφειοκρατικό τέρας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, «το Δημόσιο, από το οποίο περνά το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων της κοινωνίας, είναι φυσικό να λειτουργεί ως εκτροφείο διαφθοράς και φαυλοκρατίας. Αντιστοίχως, ένας πολίτης που σε όλη του την ζωή έμαθε να θεωρεί το εισόδημα κυρίως ως πρόσοδο από το κράτος και όχι ως αμοιβή της προσπάθειάς του, είναι φυσικό να προσαρμόζει αναλόγως τις πολιτικές επιλογές και την πολιτική πράξη του. Έτσι, όμως, όταν παίρνουν φωτιά το χωράφι και το σπίτι του, αντί να προσπαθήσει να την σβήσει ο ίδιος περιμένει το πυροσβεστικό αεροπλάνο –και αν αυτό αργήσει, καταριέται τον πυροσβέστη, τον άλλον», γράφει.

Κυρίαρχη είναι έτσι στην χώρα η ιδεολογία ενός στείρου και αντιπαραγωγικού κρατισμού και, αν δεν καταπολεμηθεί, πολύ σύντομα από τα «βαμπίρ» θα περάσουμε στους «κανίβαλους». Σε μία κοινωνία, δηλαδή, όπου η έλλειψη παραγωγής θα οδηγεί σε γενικευμένα φαινόμενα αρπαγής. Αυτός είναι ένας ορατός κίνδυνος, υπό το σημερινό καθεστώς λειτουργίας του πελατειακού κράτους, που πρώτο δίνει το παράδειγμα της λεηλασίας των υποτακτικών του.

image

http://kourdistoportocali.com/read-this/kp-61/