ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ … Στην Άλλη Μεριά του Φεγγαριού. ..

κατάλογος

Χάθηκα στα βάθη του πελάγου της αγάπης σου. Σαν ήλιος ανοιξιάτικος έλουζες το κορμί μου. Ήπια ροδόσταμο και βάλσαμο μέσ” απ” τα χείλη σου. Και πέταξα στου έρωτα τον ρόδινο ουρανό. Καλή σου ώρα “Ανοιξη, ανθάρι του Απρίλη. Σ” ευχαριστώ που μ” άγγιξες σαν γεύση που μεθάει. Καλή σου ώρα χρυσαυγή, κι ανατολή του Μάη. Σ” ευχαριστώ που μου “δειξες τον κόσμο π” αγαπάει! Σε νύχτες χαμογελαστές, στου φεγγαριού τ” αχνάδι, βυθίστηκα στ” απόκρυφα λημέρια των πτυχών σου.
Σαν το κοχύλι στ” ακρογιάλια σου κυλίστηκα. Κι έσμιξα την ανάσα μου στους χτύπους των σφυγμών σου. Καλή σου ώρα θαλπωρή, σαν αύρα που γελάει. Σ” ευχαριστώ που μ” άγγιξες σαν γεύση που μεθάει. Καλή σου ώρα προσμονή, με θέλγος που μιλάει. Σ” ευχαριστώ που μου “δειξες τον κόσμο π” αγαπάει.. Κυλάει η νύχτα…αφήνω τα μάτια μου ανοιχτά. Είναι ξεκούραση, γιορτή, αντίκρυ η μορφή σου. Πώς καταφέρεις, να  μαζεύεις έτσι το παντού; Θέλω να γίνω αερικό.
Να τυλιχτώ στο σώμα σου. Ταυτόχρονα να χάνομαι σε κάθε σου ποτέ, στ’ απόκρυφα λημέρια. Να σε χορτάσω προσπαθώ. Μία ζωή δεν ωφελεί μόνο να σε κοιτάω. Πώς να χωρέσω το άκουσμα, τη μυρωδιά, τη γεύση; Το άγγιγμα και τη πνοή που κρύβει η λαχταρά σου, καθώς παλεύει  ακόμη και με αυτή, τη φλέβα στο λαιμό σου; Ξανά και  ξανά, και πάλι απ’ την αρχή θέλω να σε γνωρίζω, για όσο και για πάντα. Στα χείλη σου προβάλλουν απαντήσεις σε ερωτήσεις που ο νους
δεν τόλμαγε να αγγίξει. Ήρθες κι ανάσα έφερες στα σωθικά του εδώ μου.
Κάθε μου δύναμη άγνωστη σαν λάβα αναβλύζει. Οι έννοιες μου έγιναν σκαλιά.
Πάνω τους στέκομαι αγέρωχη και ατενίζω τη χαρά, λαμπρή πρωταγωνίστρια σε έργο
που οι φόβοι μου  προβάλλουν  ασήμαντοι, απλοί, μικροί κομπάρσοι.
Είσαι η μέρα, ο χρόνος κι οι στιγμές μου. Η λέξη που τη σκέψη μου  ντύνει και ξεγυμνώνει, κείνο το έρημο νησί που ενώνει τα πελάγη. Ξημέρωσε…ξύπνησες… κι είναι αρκετή τούτη η στιγμή σαν με πρωτοαντικρύζεις,  που πεισμώνει το χαμόγελο  σ” όλο το πρόσωπό σου, να γίνονται όλα αλήθεια….