«… Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εκείνους που εκπέσαν από έρωτα…»

wpid-wp-1456381358650.jpeg

Περνώντας το ποτάμι, με την εθνική τσιμέντο που σιγολιώνει σα ξεφτισμένο γκρι. Κάτω απ τη γέφυρα μια μάνα με ένα μονίμως κοιμισμένο παιδί, με σαγιονάρες και κάλτσες χρωματιστές. «Γιατί όλο κοιμάται;». «Ε! Περνάμε ώρες εδώ! Δεν έχω δουλειά, ούτε που να το αφήσω. Φοβάμαι κιόλας! Το θέλω μαζί μου!» Δεν είναι πολύ πιστευτή. Ένας ηλικιωμένος, με μπαστούνι με ασημένια λαβή, αρχοντικό μουστάκι και κοστούμι ξεθωριασμένο που σίγουρα θα γνώρισε καλύτερες εποχές, λες και βγήκε απ τον «Καιρό των τσιγγάνων» του Κουστουρίτσα, κοίτα απ την απέναντι ήπειρο της εθνικής έντονα! Πλησιάζει τη γυναίκα σε λίγο και της μιλά στ’ αφτί. Στη κάτω μεριά της Ομόνοιας.

Ταμπέλες με εξωτικές γραμματοσειρές. Κουρέματα – βαφές με 5 ευρώ! Καφενεία! Μπαχάρια στον αέρα! Έξω από ένα ξενοδοχείο κάτι γυναίκες φαντάζουν από μακριά φορώντας γυαλιστερές μαντήλες και πολύχρωμα ρούχα και κλωτσάνε τα χτυπητά τους ρούχα δίπλα απ το αμαξοστάσιο των τρόλεϊ σε πράσινο και μπες – γκρι των εξατμίσεων. Προς το Κολωνάκι κάπου κάπου βλέπεις καλοντυμένους κύριους με γυαλιά, μυτερά καφέ μάλλον χειροποίητα παπούτσια και μπες στενά παντελόνια που είναι της μόδας. Μια Ελλάδα πίσω. Φόντο τα μαγαζιά με τις μεγάλες φίρμες και τις παραλογές τιμές που σου φέρνουν πια γέλια σαν χαζό ανέκδοτο. Περνούν ανάμεσα από άστεγους! Στις κόχες των κτηρίων, κουβέρτες, μπόγοι, διακοσμητικά να ομορφαίνει το τσιμέντο και σώματα αφημένα στον ύπνο, ή στην άρνηση της μέρας, με κλειστά μάτια να αποφεύγουν το κοίταγμα. Πριν έχω τη ζωγραφιά στο τοίχο. Σαν μεγάλο τετραγωνάκι από κόμικς, αυστηρό στο κλείσιμο του. Ένας άνδρας σ αυτοκίνητο με γυαλιά και μια γυναίκα που του μοιάζει δίπλα του. Αγέλαστοι και σιωπηλοί σε μπλε, κόκκινο και λευκό. Από πάνω γράφει ο τοίχος με μεγάλα γράμματα που πέφτουν προς την άσφαλτο λες και αυτοκτονώντας στις επόμενες ρόδες που θα φρενάρουν απότομα, αυτό ακυρώνονται: «… διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εκείνους που εκπέσαν από έρωτα…»…

… Ο νεαρός οδηγός του ταξί λέει πως θέλει να φύγει για Καναδά. Η μέρα τον περιγελάει με ένα Φλεβαριάτικο ήλιο να έχει μεταμφιεστεί την εποχή όλη σε Μάη. «Εδώ; Τι εδώ; Τίποτα!». Τίποτα… Στο δημοσιογραφικό ταμείο λένε «ας δουλεύεις απ το 1984 (!), σύνταξη μειωμένη σε 7 χρόνια! Και κανονική στα 65 σου επειδή είσαι εσύ, αλλιώς στα 67». Στο δικηγορικό γραφείο, εξαντλημένοι απ την δίμηνη απεργία ψάχνουν το νόμο να δουν τι γίνεται με τα χρεοκοπημένα νοικοκυριά και την προστασία της πρώτης κατοικίας. Ανάμεσα απ τα κτήρια φαίνεται κομμάτι κομμάτι η Ακρόπολη! Τι κοιτάς; Ούτε τα μνημεία συγχωρούν εκείνους που εκπέσαν από έρωτα για αυτά; Στη καρδιά σε κλείνουν, σε κάδρο, να σε θυμούνται στην λιακάδα στα χιόνια του Καναδά, αγέρωχη, υμνημένη, πανέμορφη, σνομπ μου αγαπημένη! Κοίτα από κει ψηλά: και τα «ροζ» στούντιο στη Λένορμαν ενοικιάζονται ως επιχείρηση! Πότε λερώθηκε τόσο η μέρα;…  

image

http://kourdistoportocali.com/read-this/dioti-i-anthropi-den-sygchoroun-ekinous-pou-ekpesan-apo-erota/